Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

BLUES REVIVAL 27: CURTIS JONES (1906-1971)

Πολλοί γνωρίζουν τον πιανίστα και τραγουδιστή του blues Curtis Jones από τις εγγραφές του στην Αγγλία στα χρόνια του ’60, όταν συνεργάστηκε με τον Alexis Korner, συμμετέχοντας επίσης σε μια κλασική συλλογή της εποχής, την “Raw Blues” (1967), μαζί με τους John Mayall, Eric Clapton, Peter Green κ.ά. Ο Jones ήταν, όμως, ένας προπολεμικός bluesman, αφού ξεκίνησε να ηχογραφεί στη δεκαετία του ’30, στις εταιρείες Vocalion, Bluebird και OΚeh (το “Decoration day blues”, γραμμένο στο Σικάγο τον Σεπτέμβριο του ’37 είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια του).
Ο Curtis Jones ηχογράφησε και μετά τον πόλεμο στις 78 στροφές, αν και το πρώτο LP του ήταν εκείνο που θα τον βγάλει με μιας από την αφάνεια – ο λόγος για το “Trouble Blues”, που κυκλοφόρησε στην Prestige / Bluesville το 1961. Θα ακολουθήσει το “Lonesome Bedroom Blues” στην Delmark το 1962 και κάπου εκεί ο άξιος αυτός πιανίστας θα μετακομίσει στην Ευρώπη, παίζοντας και ηχογραφώντας σε διάφορες χώρες, φθάνοντας να εμφανίζεται προς τα μέσα της δεκαετίας ακόμη και στο Μαρόκο! Μάλιστα, στις σημειώσεις του Alan Balfour στην επανέκδοση τού άλμπουμ “In London”, στη See For Miles το 1985, αναφέρεται το ακόμη πιο απίστευτο, πως ο Curtis Jones είχε εμφανισθεί ακόμη και στην Ελλάδα την ίδιαν εποχή! Αν είναι αλήθεια κάτι τέτοιο θα ήθελα να ήξερα ποιοι ήταν εκείνοι οι τυχεροί, που μπορεί να τον άκουσαν τότε στη χώρα μας, και πού μπορεί να τον άκουσαν… ερωτήματα, για τα οποία ψάχνω να βρω απαντήσεις πάνω από 20 χρόνια τώρα. Λέω όμως τούτο…
Ο Curtis Jones είναι ο μοναδικός ίσως bluesman, για τον οποίον γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί (κι αυτό κάτι σημαίνει)! Είναι στο τεύχος #9 (15 Ιουλίου 1964), σ’ ένα κείμενο που υπογράφουν οι Χρήστος Λεβέντης και Ανδρέας Καλομάρης, εκεί όπου διαβάζουμε ανάμεσα σε άλλα:
«Ο Κέρτις Τζωνς δεν είναι μόνο ένας θαυμάσιος τραγουδιστής του μπλουζ και περίφημος πιανίστας, αλλά έχει γράψει και μερικά πολύ μελωδικά κομμάτια. Ανάμεσα στις συνθέσεις του περιλαμβάνονται παγκόσμιες [sic] επιτυχίες [sic], όπως τα: “Λόνσομ μπέντρουμ μπλουζ”, “Λόου ντάουν ντέρτι σαίημ”, “Χάιγουέι 51 μπλουζ”, “Τιν Παν Άλλεϋ μπλουζ”, “Λαβ σήζον μπλουζ”(…) και “Ντεκορέισον νταίη μπλουζ”. Πολλές συνθέσεις του έγραψαν στο παρελθόν σε δίσκους γνωστά ονόματα, μεταξύ των οποίων και οι: Σαιντ Λούις Τζίμμυ, Μάντυ Ουώτερς, Σόννυ Μπόυ Ουίλλιαμσον και Σάννυλαντ Σλιμ».
Αληθινός εργάτης του blues, ο Curtis Jones θα πεθάνει ύστερα από καρδιακό επεισόδιο σε κάποιο νοσοκομείο του Μονάχου το Σεπτέμβριο του 1971. Εκεί στο Μόναχο τον είχε προλάβει ζωντανό ο Τηλέμαχος Ζαγρέας! Από συνέντευξή του εδώ στο δισκορυχείον (6 Απριλίου 2011):
«Τότε, εκείνη την εποχή έμπλεξα με τη μουσική (σ.σ. τέλη ’60). Ήμουν αυτοδίδακτος στο μπουζούκι, τον τζουρά και τα λοιπά. Τραγούδαγα κιόλας. Έπαιζα, για βιοπορισμό ας πούμε σε γερμανικά μαγαζιά, στο Μόναχο. Ρεμπέτικα κυρίως. Τ’ άκουγαν οι Γερμανοί και φώναζαν: “Πλαταμόν-μπλουζ”! Είχα παίξει σ’ ένα από τα καλύτερα μαγαζιά του Μονάχου, το Song Parnass. Εκεί είχα γνωρίσει έναν μεγάλο του μπλουζ, τον πιανίστα Curtis Jones. Υποκλινόταν όταν μ’ άκουγε. Από ’κει μου έμεινε και το καπέλο».
Δισκογραφία
1. Trouble Blues – Prestige / Bluesville BVLP 1022 – 1961 
2. Lonesome Bedroom Blues – Delmark DL 605 – 1962 
3. Curtis Jones in London – UK. Decca LK 4587 – 1964 (Alexis Korner κιθάρα, Mike Vernon παραγωγή) 
4. Now Resident in Europe – UK. Blue Horizon 7-63207 – 1968 (Brian Brocklehurst μπάσο, Dougie Wright ντραμς)

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

MATINA SOUS PEAU / JACK HEART δύο ακόμη 45άρια της Inner Ear από τη σειρά A Distant Victory Singles Club

Όπως είχαμε γράψει πριν λίγο καιρό (lifo.gr / κείμενο της 17ης Σεπτεμβρίου) η πατρινή εταιρεία Inner Ear γιορτάζει τα 10χρονά της με μια σειρά 12 7ιντσων (24 ανέκδοτα tracks), από αντίστοιχα σύγχρονα ελληνικά (βασικά) συγκροτήματα και καλλιτέχνες. Έχουμε ήδη δώσει στοιχεία για τα εννέα πρώτα νούμερα, ενώ τώρα θα κάνουμε το ίδιο και για τα δύο πιο πρόσφατα (θα μας μείνει, δηλαδή, ένα ακόμη για τον Δεκέμβριο…). Πάμε…
MATINA SOUS PEAU: Μεταμορφώσεις / Flying bird [Inner Ear]
Η Matina Sous Peau ίσως είναι γνωστή σε κάποιους από την παρουσία της στους My Drunken Haze, ενώ κάποιοι άλλοι μπορεί να τη γνωρίζουν από το κανάλι της στο YouTube από κάτι μείξεις σε άσχετα (συνήθως) μεταξύ τους κομμάτια. Τώρα η Matina Sous Peau μάς παρουσιάζεται ως διασκευάστρια και τραγουδοποιός πράγμα το ίδιο ή μάλλον περισσότερο ενδιαφέρον.
Το πρώτο τραγούδι από το 45άρι της είναι οι «Μεταμορφώσεις» του Γιώργου Ρωμανού, που είχε τραγουδήσει ο Βλάσσης Μπονάτσος στο «Παραλήρημα» [Virgin, 1991]. Το τραγούδι είναι πολύ καλό φυσικά (από τα καλύτερα εκείνης της περιόδου του Ρωμανού) και η Matina Sous Peau το λέει πολύ ωραία, δίχως να αλλοιώνει τα βασικά χαρακτηριστικά του. Παρά ταύτα δεν έχουμε να κάνουμε με μια κοινή διασκευή. Η Matina χαμηλώνει το τέμπο, δίνοντας ταυτοχρόνως πολύ μεγάλη σημασία στην παρουσία τής φωνής και των φωνητικών… και όλα τούτα τοποθετημένα μέσα σ’ ένα ενισχυμένο ακουστικό πλαίσιο. Ένα πρώτο κομμάτι, λοιπόν, που τ’ ακούς και το ξανακούς με άνεση είναι οι «Μεταμορφώσεις» (της).
Στο “Flying bird” η Matina γράφει ελληνικούς στίχους (παρά το ξενόγλωσσο του τίτλου), συνθέτοντας και τραγουδώντας. Στο ίδιο πάνω-κάτω μοτίβο με τις «Μεταμορφώσεις», αλλά με πιο σύνθετη ενοργάνωση στο background και με την ίδια «ταξιδιάρικη» διάθεση στην ερμηνεία. Ενδιαφέρον κομμάτι οπωσδήποτε, που ποπ-ίζει, θα μπορούσε να πει κανείς, κατά τα late sixties πρότυπα.
JACK HEART: Voodoo king / 108 [Inner Ear]
Jack Heart είναι το άλλο όνομα του Νικόλα Κοκολάκη, ενός νέου τραγουδοποιού που κυκλοφόρησε προσφάτως το άλμπουμ του “Emotional Piñata”. Επί του προκειμένου έχουμε δύο αγγλόφωνα τραγούδια σε μουσικές, στίχους και ερμηνείες του Jack Heart, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το πρώτο, το “Voodoo king”, είναι μια ξεγυρισμένη ροκιά, με πολύ ωραία κρουστά, και γενικότερα πολύ δυνατό rhythm section (μπάσο-ντραμς οι γνωστοί μας Sir Kosmiche και King Elephant), που διαρρηγνύεται από τις κιθάρες του Mark Brown και το σαξόφωνο του King Elephant (ξανά). Έχει κάτι το νεο-ορλεανικό το “Voodoo king”, αν και δεν είναι τόσο εύκολο να πεις τι ακριβώς. Πάντως μία αίσθηση Tony Joe White υπάρχει στο τραγούδι.
Σε άλλο μοτίβο το flip-side, το “108”, είναι μια blues-μπαλάντα που διαθέτει, και αυτή, southern ηχοχρώματα. Κι εδώ περιποιημένα τα φωνητικά, με τα παιξίματα να είναι πιο απλά (χωρίς πειραματισμούς και κόλπα), αλλά το ίδιο μεστά και σίγουρα. Πάω να πάρω μια γεύση και από το “Emotional Piñata”…

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

δύο CD της MODERNA RECORDS

Η Moderna Records είναι μια εταιρεία από τον Καναδά, που τυπώνει… βαθιά, περιβαλλοντικά άλμπουμ, με αναφορές στην κλασική και την ηλεκτρονική μουσική. Έχει φτιάξει έως ώρας έναν κατάλογο περίπου 15 κυκλοφοριών, ανάμεσα στις οποίες φιγουράρει και το CD του Μάνου Μυλωνάκη “Festen”, για το οποίο γράψαμε πριν λίγο καιρό. Τώρα, θα πούμε μερικά λόγια για δύο ακόμη εκδόσεις τής Moderna…
ED CARLSEN: The Journey Tapes [Moderna MR006, 2016]
Ο Ed Carlsen, όπως διαβάζουμε στο site του, ξεκίνησε ν’ ακούει, μικρός, Beatles και Eagles, μαθαίνοντας μουσική από την ηλικία των έξι. Ξεκίνησε με κιθάρα, αλλά στην πορεία έμαθε και πιάνο και πάνω στο πιάνο συνθέτει πια τις μουσικές και τα τραγούδια του. Στο “Journey Tapes” ο Carlsen, που παίζει πιάνο, κιθάρες, πλήκτρα, κάνοντας και προγραμματισμό, συνεργάζεται με τους Julie Krog Jensen φωνή, Mattia Melis μπάσο, Bryony James τσέλο και Sophie Ryan βιολί σε μια σειρά τραγουδιών και οργανικών πολύ συγκεκριμένων χαρακτηριστικών.
Το πιο βασικό όλων (των χαρακτηριστικών) είναι οι μινόρε μελωδίες του, που ενορχηστρώνονται, χοντρικώς, για πλήκτρα και για έγχορδα. Υπάρχει οπωσδήποτε ένα ρομαντικό κλίμα, που επιβάλλεται μέσω της λιτής αφήγησης, ενώ υπάρχουν και οι φωνές, που δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα τύπου… Julee Cruise. Ελάχιστες, δε, φορές και εντελώς προσωρινά ανεβαίνει το τέμπο, που παραμένει μέσο και αργό στην εξέλιξή του «επιβάλλοντας» μια παγερή ακουστική ομορφιά. Ambient, electro, piano music, minimal, romance… είναι μερικές λέξεις, που μπορούν να χαρακτηρίσουν άνετα τη μουσική του Ed Carlsen.
DAIGO HANADA: Ichiru [Moderna MR009, 2017]
Ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για τον Daigo Hanada και βασικά τα εξής. Πως είναι ιάπωνας πιανίστας και πως για βάση του έχει το Τόκυο και το Βερολίνο. Το “Ichiru” να υποθέσουμε πως είναι η πρώτη προσωπική παρουσία του στη δισκογραφία – ένα σόλο πιάνο άλμπουμ ηχογραφημένο πολύ «ζεστά» από την Moderna Records. Μένω για λίγο στο «ζεστά», γιατί είναι, εδώ, όλα τα λεφτά. 
Δεν είμαι τεχνικός-στούντιο, αλλά... κάτι καταλαβαίνω από ηχογραφήσεις. Δεν ξέρω πώς γίνεται εννοώ, αλλά ξέρω τι λέω, όταν μιλάω για εγγραφές μ’ ένα αχνό και ομιχλώδες μεταίσθημα, που κάνει το πιάνο ν’ ακούγεται σαν να ηχογραφείται, έξω, στη φύση, σε συνθήκες ηρεμίας και γαλήνης, και όχι στους τοίχους κάποιου στούντιο. Και η ηχογράφηση είναι αυτή που επιβάλλεται στο άκουσμα τού “Ichiru”, που είναι κατά τ’ άλλα ένα σόλο πιάνο, όπως προείπαμε, πηγμένο, με την καλή έννοια, στην «κενή» ρομαντική μελωδία, που διατηρεί πλείστες όσες κλασικές αναφορές, εκπεφρασμένες μ’ έναν… νεοκλασικό τρόπο. Ωραίο άλμπουμ! 

Η Moderna Records εισάγεται στην Ελλάδα από την Recordisc

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 57

21/11/2017
O Χάρης Νικολακάκης των εκδόσεων BELL στο lifo.gr:
– Θα μας πείτε καταρχάς μερικά στοιχεία για την έως τώρα πορεία της ΧΑΡΛΕΝΙΚ στην αγορά;
– Η Χαρλένικ ιδρύθηκε το 1979 και ήρθε να καλύψει ένα εκδοτικό κενό που υπήρχε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα: τα λεγόμενα βιβλία τσέπης. Το έκανε αρχικά με τα γνωστά ρομαντικά μυθιστορήματα Άρλεκιν –που και σήμερα έχουν φανατικό αναγνωστικό κοινό– και στη συνέχεια με τη σειρά BELL Best Seller.
Είχε η Ελλάδα «εκδοτικό κενό» το 1979 και ήρθε η ΧΑΡΛΕΝΙΚ να το καλύψει; Δεν είμαστε καλά. Το 1979 τα «τσέπης» βγαίνανε σε τόνους στη χώρα – εκτός αν νομίζει ο κ. Νικολακάκης πως ήταν (και) ο πρώτος που έκοψε «τσέπης» στην Ελλάδα.
Το «Ψυχώ» στον Γαλαξία, Νοέμβριος 1960... 

21/11/2017
Ο Τσίπρας δεν είναι μόνον άσχετος ως μηχανικός είναι και όψιμος προπαγανδιστής των συνεπειών της λεγόμενης «κλιματικής αλλαγής», προκειμένου να δικαιολογήσει την εγκληματική αδιαφορία και της δικής του κυβέρνησης για τις πλημμύρες στη Μάνδρα.
Ποια «κλιματική αλλαγή» ρε... μπατζανάκη από τον Κραβασαρά;
>>η κλιματική αλλαγή δημιουργεί ακραία καιρικά φαινόμενα, σε εμάς στην Ελλάδα φαινόμενα πλημμυρικά(…). Έχουμε μεγάλη ευθύνη όλοι μας να αντιμετωπίσουμε το παγκόσμιο αυτό φαινόμενο<<
Βάλε... πλημμυρικό φόρο!

20/11/2017
Και μια φωτογραφία της Δούρου λίγο μετά τις πλημμύρες στη Μάνδρα… λες και βγήκε από κάποιο ορφανοτροφείο του ’60.
Είναι μεγάλο πράγμα να συμπάσχεις και να το δείχνουν μέχρι και οι γιακάδες σου…

20/11/2017 
Όταν ο Τσίπρας φοράει και γιλέκο είναι σαν κάτι μπατζανάκηδες από τα Καβάσιλα… Άιντε και με τραγιάσκα την άλλη φορά… και πάμε να φάμε καμιά μουσταλευριά…

20/11/2017 
Έψαξα σε 2-3 περίπτερα στη γειτονιά μου για στυλό BIC και δεν βρήκα πουθενά. Όλοι έχουν κάτι μαλακίες… σαν-BIC (τέτοια έχω κι εγώ), που χωράνε και περνάνε «αέρα» από την τρύπα ενός δίσκου βινυλίου, και άρα είναι ακατάλληλα για να τη διαπλατύνουν. (Η τρύπα, για όσους/ες δεν είναι πολύ σχετικοί μ’ αυτά τα θέματα, είναι στενή και θέλει άνοιγμα, γιατί ο δίσκος δεν μπορεί να μπει στο πλατώ και το BIC είναι το πιο κατάλληλο και ακίνδυνο «εργαλείο» γι’ αυτή τη δουλειά).
Μόλις βρω BIC θα το φυλάξω μαζί με τα υπόλοιπα αξεσουάρ – τα βουρτσάκια, το καθαριστικό της βελόνας, τα κατσαβίδια για την κεφαλή κ.λπ. Δεν υπάρχει περίπτωση… δεν την ξαναπαθαίνω.

20/11/2017 
Οι γυάλινες πόρτες που αρχίζουν σιγά-σιγά να κλείνουν στο Μετρό αποτελούν ένα ακόμη καταπιεστικό επινόημα, από τα πιο ισχυρά, για τους ανθρώπους της μεγάλης πόλης. Όσοι χρησιμοποιούν το Μετρό από σήμερα και στο εξής θεωρούνται εν δυνάμει κλέφτες και απατεώνες και συνεπώς θα πρέπει να αποδείξουν πως δεν είναι, προκειμένου να τους επιτραπεί η πρόσβαση σ’ ένα δημόσιο, υποτίθεται, αγαθό.
Η ουρά, μικρή, μεγάλη ή μεγαλύτερη, που θα δημιουργείται για να βγεις κυρίως από τους σταθμούς του Μετρό (τις γυάλινες πόρτες δηλαδή) εντάσσεται, και αυτή, στο σπάσιμο του εναπομείναντος προσωπικού τσαμπουκά, στη μακροπρόθεσμη ισοπέδωση κάθε διάθεσης και έννοιας αντίδρασης, στην «ανάγκη» μετατροπής του παράλογου σε φυσιολογικό, στην πειθάρχηση και τον έλεγχο ακόμη και της πιο απλής δραστηριότητας (όπως είναι η μετακίνηση) εντός της μεγαλούπολης.
Πρόκειται για ένα απεχθές, οργουελικό και φασιστικό, πρακτικό μέτρο, πάνω στο οποίο έχει πέσει ένα εξ ίσου αηδιαστικό μάρκετινγκ, που επιχειρεί να μας πείσει πως ό,τι συμβαίνει συμβαίνει μοναχά για το καλό μας. 

19/11/2017 
Σεπτέμβρης 1971. Στο Σαν Σίρο του Μιλάνου η Ίντερ αντιμετωπίζει την μεγάλη ΑΕΚ του Στάνκοβιτς, για το Κύπελο Πρωταθλητριών. Η Ίντερ νικάει με 4-1, όμως στη ρεβάνς της Αθήνας κινδυνεύει να ισοφαριστεί στο σκορ, αλλά τελικά ηττάται (η Ίντερ από την ΑΕΚ) μόνο με 3-2. Στο παιγνίδι του Μιλάνου έλληνες φοιτητές(?) ξεδιπλώνουν αντιχουντικό πανό: «ΖΗΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ / ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥΣ».

19/11/2017 
Τις Κυριακές, όταν πηγαίναμε στο γήπεδο, ακόμη και όταν έβρεχε, ήταν πάντα γιορτή. Ιδίως όταν έβρεχε η ομοψυχία ήταν στα ύψη. Παρακολουθούσες την αγαπημένη σου ομάδα κάτω από δύσκολες συνθήκες (δεν υπήρχαν σκεπαστές φυσικά) και αυτό σε αναπτέρωνε ακόμη περισσότερο – πόσω μάλλον, όταν έβλεπες χιλιάδες φιλάθλους να είναι βρεγμένοι, ακίνητοι και όρθιοι σαν εσένα. Οι ομπρέλες άνοιγαν βεβαίως, αλλά η ομπρέλα ήταν ζόρι. Ενοχλούσε διπλανούς, εμπόδιζε άλλους να δουν το γήπεδο σε κάθε γωνιά του, βρεχόσουν από τις ομπρέλες των άλλων που στάζανε στα πόδια σου ή στην πλάτη σου κ.λπ. Η λύση ήταν μία. Νάυλον σακούλα, διάφανη (τις πούλαγαν στις κερκίδες), την οποία φορούσες σαν μπλούζα τρυπώντας την στο πρόσωπο για να βλέπεις και να παίρνεις αέρα.
Θα ήθελα να βρω μια φωτογραφία, από παλιά, με φιλάθλους να παρακολουθούν αγώνα φορώντας σακούλες –θα ήταν εντυπωσιακή–, αλλά δυστυχώς δεν έχω κάτι. Υπάρχει όμως αυτή με τους χουντικούς, που κάπως φέρνει σ’ αυτό που συνέβαινε και που έχω στο νου μου…
Ο άνθρωπος που κατέστρεψε το ελληνικό ποδόσφαιρο ο ΓΓ Αθλητισμού Κωνσταντίνος Ασλανίδης, ο Παττακός (σαν... Οσία Μαρία!) και ο Μακαρέζος –οι δύο τελευταίοι με νάυλον σακούλες, όχι σωστά φορεμένες φυσικά– στις αρχές της δεκαετίας του ’70. 

18/11/2017 
Τα προβλήματα στις κοινωνίες, ακόμη και όταν τα δημιουργούσαν φυσικά φαινόμενα, κάποτε γίνονταν και τραγούδια. Γιατί τα τραγούδια δεν γράφονταν από λελέδες, για να κουνάνε γκόμενες τον κώλο τους πάνω στα τραπέζια και από κάτω μαλαπέρδες να χτυπάνε παλαμάκια, αλλά από ανθρώπους που δεν διέφεραν από τους πάσχοντες (ήταν οι ίδιοι πάσχοντες) και που επιζητούσαν να εκτονώσουν τον πόνο και τη θλίψη τής φάρας μέσω ενός καθαρτηρίου άσματος.
Θα ήθελα να ήξερα ποιος… αστέρας μας θα έγραφε, σήμερα, ένα τραγούδι για τις πλημμύρες στην Μάνδρα, που να μην ακουγόταν γελοίος…

EDITION RECORDS καινούρια άλμπουμ

LAGINHA / ARGÜELLES / NORBAKKEN: Setembro [EDN1099, 2017]
Τι έχουμε εδώ; Ένα όχι κλασικό πιάνο-τρίο, το οποίο αποτελούν οι Mário Laginha πιάνο, Julian Argüelles σοπράνο, τενόρο σαξόφωνα και Helge Andreas Norbakken ντραμς, κρουστά«Όχι κλασικό», επειδή απουσιάζει το μπάσο φυσικά, αλλά την ίδιαν ώρα και ιδιαίτερο, καθότι η jazz του γκρουπ έχει πολύ συγκεκριμένα και όχι καθημερινά χαρακτηριστικά.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως ο Laginha είναι μια μορφή της πορτογαλικής τζαζ, με δράσεις που ξεπερνούν τα 35 χρόνια. Είναι, επίσης, για όσους δεν το γνωρίζουν ή δεν το θυμούνται, ο βασικός συνεργάτης τής Maria João (της σημαντικότερης τζαζ τραγουδίστριας της Πορτογαλίας) και πως αμφότεροι (Laginha και João) έχουν εμφανισθεί τουλάχιστον δύο φορές live και στην Αθήνα. 
Στο παρόν “Setembro” το τρίο Laginha/ Argüelles/ Norbakken παρουσιάζει δέκα δικά του κομμάτια (οκτώ συνθέσεις του Laginha και δύο του Argüelles), που αφορούν σε πολύ γερούς… euro-jazzheads. Εννοούμε πως οι αναφορές του τρίο στις ρίζες της jazz, και βασικά στο blues και στο swinging, είναι από ασήμαντες έως ανύπαρκτες, καθώς εδώ… jazz είναι ο τρόπος αντίληψης των παιξιμάτων και όχι η αισθητική εκκίνηση – η οποία εκκίνηση έχει άμεση σχέση με την ευρωπαϊκή μουσική, που μπορεί να ακούγεται και σαν «δωματίου» και που, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να ενσωματώνει ρομαντικά, μεσογειακά ή και ανατολίτικα ακόμη-ακόμη στοιχεία. Φυσικά, οι μελωδίες που προβάλλει και αναπτύσσει ο Laginha είναι το πρώτο σαφές ατού τού “Setembro” – μελωδίες, που εξελίσσονται σε διαφορετικά επίπεδα, την ώρα που οι αρμονικές συνδέσεις προσδίδουν στο άλμπουμ μιαν έντεχνη μεγαλοπρέπεια.
GARY HUSBAND: A Meeting of Spirits [EDN1098, 2017]
Ένα παράξενο άλμπουμ έχουμε εδώ – αλλά τα παράξενα είναι που μετράνε. Ο πιανίστας, «εσωτερικός» πιανίστας και κρουστός Gary Husband ηχογραφεί ένα σχεδόν σόλο πιανιστικό άλμπουμ αφιερώνοντάς το στον John McLaughlin. Λέει όλη την ιστορία στο μέσα μέρος τού cover ο Husband, πώς ανακάλυψε την Mahavishnu Orchestra, παιδί ακόμη εκεί στα early seventies, πώς επηρεάστηκε από το fusion της εποχής (τους Lifetime του Tony Williams, άλμπουμ του Miles Davis, του Gordon Beck κ.ά.) και πώς έφθασε στο σημείο όχι μόνο να φτιάξει στην πορεία τη δική του μουσική, αλλά και να συνεργαστεί με τα είδωλά του – τον John McLaughlin, τον Allan Holdsworth, τον Billy Cobham, τον Jack Bruce και άλλους πολλούς.
Τώρα, έφθασε η ώρα για ένα ακόμη δικό του άλμπουμ, ένα σόλο πιάνο άλμπουμ όπως προείπαμε, στο οποίο εναλλάσσει συνθέσεις δικές του και του John ΜcLaughlin από τα LP του “Apocalypse”, “Electric Guitarist”, “The Inner Mounting Flame”, “Extrapolation”, “Birds of Fire”, “The Promise”, “My Goal’s Beyond”, “Inner Worlds” και “Where Fortune Smiles” (ένα από τα ωραιότερα και λιγότερα γνωστά άλμπουμ τού McLaughlin, αυτό το τελευταίο, που βγήκε στην Dawn το 1971, καθώς «πιάνει» μια συνεργασία του μεγάλου κιθαρίστα με τους Dave Holland, John Surman, Stu Martin και Karl Berger).
Ηχογραφημένο στο Λονδίνο πριν δώδεκα χρόνια, αλλά μιξαρισμένο τώρα (πριν λίγους μήνες), το “A Meeting of Spirits” μοιάζει συχνά μ’ ένα κάποιο κατόρθωμα. Ιδίως όταν αναπαράγονται στο πιάνο κάποιες πολύ ιδιαίτερες και σύνθετες μελωδίες τού McLaughlin, από τα πιο μεταγενέστερα άλμπουμ του, που δεν είναι από τις πλέον γνωστές του – ίσως και εξαιτίας αυτής ακριβώς τής συνθετότητάς τους. Σ’ αυτές όμως ο Husband δείχνει πόσο μετράει ως εκτελεστής, εμφανίζοντας μια σειρά αυτοσχεδιασμών, ταχύτατων κατά τόπους, που δεν είναι πάντα εύκολο να τους παρακολουθήσεις. Όμως και στις δικές του συνθέσεις ο Husband εμφανίζεται με τη σιγουριά εκείνου που δεν θα εμποδιστεί από τίποτα προκειμένου να παρουσιάσει δικό του υλικό δίπλα σ’ ένα γνωστότατο, εν πολλοίς, και καταξιωμένο. Και αυτή η παράθεση μόνο ως θετική μπορεί να περιγραφεί, για την ενότητα και την ολοκλήρωση τού CD.
GIRLS IN AIRPORTS: Live [EDN1097, 2017]
Από τα πιο πρωτότυπα και ουσιαστικά σχήματα τής σύγχρονης euro-jazz, οι Δανοί Girls in Airports έχουν νέο άλμπουμ, που είναι ζωντανά ηχογραφημένο σε αίθουσες και κλαμπ της Γερμανίας (Αμβούργο, Δρέσδη, Βερολίνο). Έχουμε ξαναγράψει για τους Girls in Airports στο δισκορυχείον, για το φοβερό τους “Fables” από το 2015, για να επανέλθουμε τώρα μ’ ένα ακόμη ευφάνταστο CD, που συνδυάζει πολλά και διαφορετικά ή όχι και τόσο διαφορετικά πράγματα – μια πολύ ιδιαίτερη jazz βόρειας «κενής» κινηματογραφικής αφήγησης, ανακατεμένη με πολλά ηλεκτρονικά, όπως και με folk στοιχεία. Το συγκρότημα, που αποτελείται από τους Martin Stender σαξόφωνα, Lars Greve σαξόφωνα, κλαρινέτα, Mathias Holm πλήκτρα, Victor Dybbroe κρουστά και Mads Forsby ντραμς δεν εμποδίζεται από τις πραγματικές συνθήκες τού live, προκειμένου να αποδώσει εκείνο που μπορεί να αποδώσει. Εννοώ πως οι μουσικαράδες των Girls in Airports αποδεικνύουν πόσο μετράνε στην πράξη και πόσο το λέει η ψυχούλα τους και πάνω στη σκηνή, και μάλιστα με τον ίδιο, τουλάχιστον τρόπο, που το πράττουν και στο στούντιο! Φοβερή μπάντα, φοβερά θέματα (ορισμένα μου θύμισαν ακόμη και King Crimson ή Van der Graaf Generator – καλύτερα αυτούς), μοναδική ατμόσφαιρα, με τα πλήκτρα να κάνουν έξοχη δουλειά μέσα κι έξω από τις μελωδίες, μέσα κι έξω από τις «ατμόσφαιρες» και με τα πνευστά να κάνουν να φαίνεται αδιάφορη η ανυπαρξία της κιθάρας ή και του μπάσου ακόμη-ακόμη. Να γκρουπ… να μάλαμα!
MALIJA: Instinct [EDN1096, 2017]
Οι Malija είναι ένα σχετικό καινούριο τρίο που αποτελείται από τους Mark Lockheart (από τους Loose Tubes κ.ά.) σαξόφωνα, Jasper Høiby (από τους Phronesis) κοντραμπάσο και Liam Noble (με προσωπική δισκογραφία και καίριες συνεργασίες, ανάμεσα και με τον Moodog!) πιάνο. Έχουν κυκλοφορήσει σίγουρα άλλο ένα άλμπουμ, κι αυτό στην Edition (το “The Day I Had Everything” το 2015), με το “Instinct” να αποτελεί μάλλον τη δεύτερη δουλειά τους – ένα ακόμη ιδιόμορφο και σίγουρο εκλεκτικό CD της βρετανικής εταιρείας, από το οποίο απουσιάζουν τα κρουστά. (Συχνά κάτι απουσιάζει από τις κυκλοφορίες της Edition και αυτό, όσο να ’ναι, προσθέτει μια δόση… αγωνίας στην ακρόαση). Όλες οι συνθέσεις του “Instinct” είναι των μελών των γκρουπ, το οποίον γκρουπ ανταποκρίνεται με… συνεσταλμένη ελευθερία. Θέλω να πω πως το υλικό είναι περισσότερο improv, απ’ όσο μας έχει συνηθίσει η Edition, με το πιάνο να ακολουθεί συχνά έναν ρυθμικό ρόλο και με τα σαξόφωνα να μελωδούν… ευρωπαϊκώς και ακαταπαύστως. Από συνθετικής πλευράς θα έλεγα πως το υλικό του “Instinct” στηρίζεται σε απλές ιδέες (η «κλασική», μάλιστα, ίσως να είναι μια πιο ισχυρή αναφορά από την jazz), που συνενώνονται για να δημιουργήσουν κάτι περισσότερο απαιτητικό και δύσκολο. Αν αποτιμούσα, πάντως, κάποιο κείμενο και όχι έναν δίσκο μουσικής θα έλεγα πως τα passages των Malija είναι περισσότερο διανοουμενίστικα, παρά λαϊκά – που σημαίνει πως εδώ απαιτείται έξτρα προσοχή από τον ακροατή, προκειμένου να φανεί… συμπάσχων με ό,τι ακούει.
ROB LUFT: Riser [EDN1095, 2017]
O κιθαρίστας Rob Luft φαίνεται πολύ παιδί στη φωτογραφία τού εξωφύλλου (και είναι όντως, αφού είναι μόλις είκοσι τριών ετών). Βραβευμένος και με γερές παρουσίες στη βρετανική σκηνή από τα δεκαπέντε του, ο Luft έχει τώρα το πρώτο προσωπικό CD του υπό τον τίτλο “Riser”, όντας δίπλα στους Joe Wright τενόρο, Joe Webb hammond, πιάνο, αρμόνιο, Tom McCredie μπάσο και Corrie Dick ντραμς. Σχεδόν όλα τα tracks είναι δικές του συνθέσεις κι έτσι, εδώ, έχουμε να κρίνουμε κάτι συνολικότερο και όχι απλώς τον Rob Luft ως εκτελεστή. Και οι κρίσεις δεν μπορεί παρά να είναι θετικές, καθώς ο Luft γράφει ωραία θέματα, κινούμενα, χοντρικά (χοντρικά λέμε), σ’ αυτό το πλαίσιο της euro-jazz, που έπιασε ταβάνι με τους e.s.t – πριν 20 και βάλε χρόνια. 
Παρότι σε πρώτο πλάνο η κιθάρα του Luft φαίνεται να έχει περισσότερο σχέση με τον John McLaughlin (είναι οπωσδήποτε μια βασική επιρροή), καθώς υπάρχουν και tracks κάποιου συνεσταλμένου fusion (“Beware”), εντούτοις, γενικότερα, εκείνο που κυριαρχεί είναι μια πολύ… επιστημονική ενοργάνωση, με τα πλήκτρα και το τενόρο να κάνουν καλή δουλειά, αφήνοντας τις μουσικές τού Luft να «αναπνεύσουν» μέσα σ’ ένα αστάθμητο, cool και υπαινικτικό περιβάλλον. Ωραίο άλμπουμ, που δείχνει πως ο μικρός έχει ταλέντο – άρα και μέλλον. 

Η Edition Records εισάγεται στην Ελλάδα από την AN Music

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

CHARLES MANSON (1934-2017) – ένα ελληνικό βιβλίο κι ένας δίσκος

Το καλτ σήμερα βιβλίο του Απόστολου Βραχιολίδη από τις εκδόσεις Ιωλκός, τυπώθηκε το 1969 και περιγράφει τα γεγονότα  (και όσα προηγήθηκαν) των εγκλημάτων της «οικογένειας». Είναι γνωστό επίσης πως ο Charles Manson ήταν μουσικός και πως είχε ηχογραφήσει κιόλας ήδη από τη δεκαετία του ’60. Για κείνο το κλασικό, πια, LP του είχαμε γράψει κριτική πριν χρόνια εδώ στο δισκορυχείον. Αυτήν που ακολουθεί
Το 2006 η ESP είχε επανεκδόσει σε CD, με κάμποσα bonus tracks, το άλμπουμ του Charles Manson “Lie: The Love and Terror Cult”. Ο δίσκος αυτός είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1970 στην εταιρία Awareness του Phil Kaufman, για να τον ξανατυπώσει ο Bernard Stollman (σε βινύλιο εννοείται) λίγο πιο μετά. Προφανώς το CD επανατυπώθηκε και το 2008, προκειμένου να «εκμεταλλευτεί» το θόρυβο που θα δημιουργούσε το φιλμ “The Manson Girls” του Matthew Bright (δεν είμαι σίγουρος αν προβλήθηκε – αν και κάποιο καινούριο ετοιμάζεται), το οποίο αναφερόταν στα έργα και τις ημέρες της «οικογένειας»· τις δολοφονίες των Sharon Tate, Jay Sebring, Abigail Folger, Wojciech Frykowski και Leno & Rosemary LaBianca, αλλά και τη γενικότερη δράση τής ομάδας, που συνετάραξε την Αμερική στα τέλη των sixties. Η ιστορία του Manson είναι γνωστή, στις γενικές γραμμές της. Πώς δηλαδή από ένα παιδί που μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και ανδρώθηκε στις φυλακές, λόγω μικρών (κλέφτης αυτοκινήτων) αλλά και χοντρών παρανομιών (σοδομισμός ανηλίκου), οδηγηθήκαμε στα αποτρόπαια εγκλήματα, τα επενδυμένα με το “Helter skelter” και τις αρλουμπο...θεωρίες. Βεβαίως, όταν χύνεται αίμα τίποτα δεν είναι αρλούμπα, αφού ακόμη και η πιο παράλογη θεώρηση θα πρέπει να ειδωθεί σε σχέση με τα (φρικώδη) αποτελέσματά της, όμως εδώ, προτιμώ να πω δυο λόγια για τα τραγούδια. 
Ο Manson δεν ήταν (είναι) κανένας άσχετος songwriter. Ήξερε να παίζει κιθάρα (έμαθε στη φυλακή) και γούσταρε τους Beatles – συνδυασμός ικανός, ώστε να οδηγηθεί, συν τω χρόνω, στην... τραγουδοποιία. Μπορεί οι Beach Boys να είπαν το δικό του “Cease to exist” ως “Never learn not to love” το 1968, όμως ήταν η «τοποθέτησή» του περί το κέντρο της hippy κουλτούρας, στο San Francisco το καλοκαίρι του ’67, που τον έκανε «κάποιον». Περίπου εκείνη την εποχή, τον Σεπτέμβριο του ’67, θα γράψει στην Καλιφόρνια το υλικό του “Lie” (επιθυμούσε να εκδοθεί στην Columbia, σε παραγωγή του φίλου Terry Melcher), ενώ τον Αύγουστο του επoμένου έτους θα προβεί σε κάποια overdubs, τα οποία και θα «ενσωματωθούν» σε όλες τις κατοπινές εκδόσεις. Τραγούδια όπως το “Cease to exist”, ένα ολίγον σαλταρισμένο freaky folk (έτσι ηχεί όλο το άλμπουμ) – η «μέθοδος» προσηλυτισμού των κοριτσιών στην «οικογένεια» –, το “People say I’m no good”, ή το “True love you will find” θα μπορούσε ν’ ανήκουν στο ρεπερτόριο του Dino Valenti ή του Skip Spence, χαίροντας «άλλης» εκτίμησης. Είπαμε, όμως... Charles Manson άδει.

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

ΑΝ CLUB 30 ΧΡΟΝΙΑ – GAGARIN 205 15 ΧΡΟΝΙΑ

Δύο από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά ροκ κλαμπ, γιορτάζουν μαζί τις επετείους τους μ’ ένα μουσικό 4ήμερο (23-26 Νοεμβρίου) στο Gagarin 205.
30 Χρόνια από το ΑΝ και 15 από το Gagarin λοιπόν και μια σειρά ζωντανών παραστάσεων με πολλά και δυνατά ονόματα – το καθένα με τη μεγάλη ή μικρότερη ιστορία του. Να μερικά απ’ αυτά… Nightstalker, Φοίβος Δεληβοριάς, Τα Παιδιά της Παλαιότητας, Closer, Διάφανα Κρίνα, Echo Tattoo, Γκούλαγκ, Last Drive και… και… και… Ναι, γιατί οι δύο χώροι λειτούργησαν σθεναρά και για τα συγκροτήματα του ελληνικού ροκ, μαζί μ’ εκείνα του ξένου – κάτι που συνέβη από την αρχή της διαδρομής τους και όχι όψιμα. Κι αυτό μετράει, γιατί σκηνή χωρίς χώρους και live δεν υφίσταται.
Προσωπικώς, έχω παρακολουθήσει διάφορα live και στο AN και στο Gagarin, και όσο και να πιέσω τη μνήμη μου αποκλείεται να τα θυμηθώ όλα. Ενδεικτικά αναφέρω, στο Gagarin 205, τους Rachid Taha, Buzzcocks, Uriah Heep, The Fall, Skatalites, TV Personalities, Mark Almond, Sharon Jones & The Dap-Kings… και στον AN Club τους Invisible Surfers, Purple Overdose, Mode Plagal, Deus Ex Machina κι ένα σωρό κι ακόμη – κυρίως ελληνικά.
Εκείνο που θα θυμάμαι πάντα, πέραν αυτών καθ’ αυτών των συναυλιών και των σχετικών παρεών, θα είναι το στριμωξίδι και στα δύο κλαμπ και πως συχνά, ιδίως στο AN, βγαίναμε έξω, αν μπορούσαμε, στη μέση του live και οπωσδήποτε στο διάλλειμα (όταν υπήρχε) για να πάρουμε λίγο αέρα.
Εντάξει, τα τελευταία χρόνια τα έχω περιορίσει τα live –είμαστε και… μεγάλοι άνθρωποι πια–, πάντα όμως θα φέρνω στη μνήμη μου «αξέχαστες στιγμές» κι από τους δύο χώρους, τους οποίους έχω συνδέσει και με άλλα events (φεστιβάλ ελληνικού cult κινηματογράφου, παζάρια δίσκων κ.λπ.).
ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ να ευχηθώ και πάντα επιτυχίες. 

BLUES REVIVAL 26: LONNIE JOHNSON (1899-1970)

Μπορεί η γενικότερη καλλιτεχνική και η ειδικότερη δισκογραφική καριέρα τού Lonnie Johnson να είχε μια μόνιμη και σταθερή πορεία, από τη στιγμή που εμφανίστηκε για πρώτη φορά, το 1925, μέχρι και τις τελευταίες εγγραφές του το 1969, όμως μόνο μέσα από το blues revival, στις αρχές του ’60, θα κάνει κι αυτός αισθητή την παρουσία του, ηχογραφώντας ανελλιπώς και επαναφέροντας στη μνήμη των blues fans την μακρινή ιστορία του.
Ο Lonnie Johnson, που υπήρξε, εκτός από διακεκριμένος συνθέτης, κιθαρίστας και τραγουδιστής του blues, και βιολιστής (θα πρέπει κάποιος να ανατρέξει στο ξεκίνημα της καριέρας του, για να τον απολαύσει έτσι), θα κάνει το μπαμ ακριβώς στο 1960, όταν θα γράψει για την Prestige / Bluesville το “Blues by Lonnie Johnson”, ένα καθοριστικό LP που θα τον καταστήσει αμέσως βασική μονάδα του καταλόγου της εταιρείας από το New Jersey.
Ακολουθώντας το προσωπικό του όραμα για τη δημιουργία ενός ήχου σύγχρονου, που δεν θα αρνείται την παράδοση (κομμάτι της οποίας είχε ο ίδιος δημιουργήσει), ο Lonnie Johnson θα ηχογραφήσει εξαιρετικά άλμπουμ, σαν τα “Blues & Ballads” και “Losing Game” και κυρίως το “Idle Hours” – την όχι και τόσο απρόσμενη, δηλαδή, συνεργασία του με την κυρία του «κλασικού blues» Victoria Spivey (να υπενθυμίσουμε πως Johnson και Spivey δούλεψαν για πρώτη φορά μαζί το 1928).
Έχοντας συνεργασθεί με τους δύο κατά τεκμήριο μεγαλύτερους συνθέτες της κλασικής jazz, τον Louis Armstrong και τον Duke Ellington, ο Johnson υπήρξε ακόμη ένας από τους πρώτους bluesmen που ηχογράφησαν στην Ευρώπη (Λονδίνο, 1952), αλλά και ένας από τους πρώτους ήρωες του American Folk & Blues Festival (Βρέμη 1963).
Πόσα ακόμη θα προσέφερε στο χώρο είναι άγνωστο, αν δεν πέθαινε από τις επιπτώσεις ενός σοβαρού αυτοκινητικού ατυχήματος, στο Τορόντο, στα 71 χρόνια του.
Δισκογραφία (επιλογή)
1. Blues by Lonnie Johnson – Prestige / Bluesville BV/BVLP 1007 – 1960
2. Blues & Ballads – Prestige / Bluesville BV/BVLP 1011 – 1960 (με Elmer Snowden)
3. Losing Game – Prestige / Bluesville BVLP 1024 – 1961
4. Idle Hours – Prestige / Bluesville BVLP 1044 – 1962 (με Victoria Spivey)
5. Another Night to Cry – Bluesville BVLP 1062 – 1963
6. See See Rider – UK. Storyville 616010 – 1964 (με Otis Spann)
7. Portraits in Blues Vol.6 – DEN. Storyville SLP 162 – 196?
8. Lonnie Johnson – UK. XTRA XTRA 1037 – 1966 (rec. Νέα Υόρκη 1966)

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΑΓΟΡΙΑSTONILIO ο αυτοκράτορας της μπούρδας

Το δεύτερο άλμπουμ των Αγόριαstonilio (Μαρίνος Τζιάρος, Socos, Κυριάκος Βοργιάς, Ντίνος Ξαρχάκος), δυόμισι χρόνια μετά το παρθενικό τους «Paranoika-Παρανόικα», είναι γεγονός. Λέμε για τον «Αυτοκράτορα της Μπούρδας», που διατίθεται σε ψηφιακή έκδοση και βεβαίως σε βινύλιο διακοσίων αριθμημένων αντιτύπων συν 4σέλιδο insert, με στίχους, φωτογραφίες και λοιπές πληροφορίες, από την B-otherSide Records και τα Artracks Recording Studios.
Όπως στο πρώτο long play τους, έτσι και σ’ αυτό τα Αγόριαstonilio… ξεσκίζονται. Παίζουν μανιασμένο punk-rock θέλω να πω, άγριο και σημερινό, στηριγμένοι στην τραγουδοποιία του Socos και στα φωνητικά του Τζιάρου – που για μένα είναι (δεν ξέρω αν το έχω ξαναπεί, νομίζω) ένας από τους καλύτερους, σύγχρονους έλληνες ροκ τραγουδιστές… αν όχι ο καλύτερος. Φυσικά, από δίπλα, το ίδιο αχαλίνωτο στέκει και το ρυθμικό τμήμα (ο μπασίστας Βοργιάς με τον ντράμερ Ξαρχάκο), που κάνει φοβερή δουλειά, ενώ το ίδιο υψηλή είναι και η ηχογράφηση-παραγωγή (με τους Μπόλπαση και Πρινιωτάκη να κάνουν μικρά θαύματα).
Εκείνο που… τρελαίνει στην τραγουδοποιία του Socos είναι αυτές οι μικρές ή μεγαλύτερες, ανεπαίσθητες ή λιγότερο, μελωδίες του, έτσι όπως παρεισφρέουν εκείνες ανάμεσα στα ρυθμικά patterns και στα καταιγιστικά παιξίματα. Αυτό δεν είναι εύκολο, και προσωπικά το ακούω, από παλιά, κυρίως στα συγκροτήματα τού αμερικάνικου punk από τα τέλη του ’70 και τις αρχές του ’80 (Bags, Alley Cats, X κ.λπ.). Προσφέρεται εννοώ, μέσω αυτής ταύτης τής πρακτικής, ένα ξεπέταγμα στα τραγούδια, που τα κάνει να μην ακούγονται κοινότοπα και ίδια, μα απεναντίας… απογειωμένα! Από μουσικής πλευράς εννοώ – γιατί, εδώ, έχουμε και στίχους, ελληνικούς στίχους, οργισμένους, σκληρούς, πολιτικοκοινωνικούς και πάνω απ’ όλα ουσιαστικούς, που έχουν τη δική τους αυτοδύναμη αξία.
Από τα οκτώ τραγούδια του άλμπουμ τα εφτά είναι πρωτότυπα, ενώ υπάρχει και μια φοβερή διασκευή στο “Master of puppets” των Metallica – ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του αμερικανικού συγκροτήματος, που ταιριάζει και από στιχουργικής πλευράς με το ρεπερτόριο των Αγόριαstonilio (σχετικό με τις σκοτεινές ανθρώπινες συνήθειες, ναρκωτικά ή ό,τι άλλο, που εξουσιάζουν τους εαυτούς μας, οδηγώντας μας να γίνουμε δέσμιοι καταστάσεων, τις οποίες δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε).
Το άλμπουμ θα κλείσει με το μεγαλύτερο σε διάρκεια track του σετ, ένα 7λεπτο ακουστικό κομμάτι, που ξεχωρίζει και όχι μόνον γι’ αυτό το λόγο (επειδή είναι ακουστικό εννοώ).
Από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ του ελληνικού ροκ, ασυζητητί, που άκουσα μέσα στο 2017. Τώρα, αν είναι «πρώτο» ή «δεύτερο» κ.λπ. αυτό θα πρέπει να το τσεκάρω – αν και δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία.