Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 1

Από τις 27 Νοεμβρίου (2016) είμαστε και στο facebook. Γράφουμε κι εκεί σύντομα κείμενα, παραλλήλως με αυτά που δημοσιεύονται καθημερινώς στο δισκορυχείον. Επειδή τα κείμενα από το facebook χάνονται με τον καιρό για μερικά απ’ αυτά, που έχουν κάτι γενικότερο να πουν, θα τους φυλάω κι εδώ μια θέση… 

18/1/2017 
ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ (να τριτώσει το καλό)
Το «Φαρμακωμένα χείλη» είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Τσιτσάνη. Εγώ το βάζω στα δέκα καλύτερα. Το είπε ο Χατζηαντωνίου πρώτος στα σίξτις, αλλά κανείς δεν το είπε ποτέ σαν την Έλενα Γιαννακάκη – μία μεγάλη λαϊκή φωνή, που έγινε γνωστή στους κουλτουριάρηδες μέσω Σαββόπουλου («Στο Χωριό στο Πανηγύρι»). Έχω δει τη Γιαννακάκη λάιβ, στην πολύ καλή εποχή της, και βεβαιώνω πως όλοι ρίχναμε άγκυρα στην πίστα – κατεβαίναμε μόνο με κατεστραμμένες σπλήνες. Ιέρεια! Ιδίως σ’ αυτό το αριστουργηματικό συρτοτσιφτετέλι… καπάκι με «Είσαι νινί ακόμα» και «Εσένα θέλω μόνο»…  

16/1/2017 
ΤΟ ΡΟΚ ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΑ
«Η κρίσιμη καμπή στη διαδικασία γνωριμίας της σοβιετικής νεολαίας με το "καινούριο" ήταν το 6ο Διεθνές Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών που οργανώθηκε στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1957. Χιλιάδες νέοι, από διάφορες χώρες, πλημμύρισαν τη Μόσχα, μεταξύ των οποίων μουσικοί της τζαζ, μπήτνικ ποιητές, πρωτοποριακοί καλλιτέχνες, ακόμα και πολιτικοί ακτιβιστές από το εξωτερικό, που ήταν μοντέρνα ντυμένοι και ήξεραν πώς να χορεύουν το rock n’ roll – ανάμεσά τους και ο κολομβιανός δημοσιογράφος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, αργότερα βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας».

15/1/2017 
Διαβάζω για τις προωθούμενες αλλαγές στην παιδεία και γελάω.
Το πρόβλημα στην παιδεία δεν είναι ούτε τα συστήματα, ούτε οι πιστώσεις (εκ των προτέρων), ούτε οι φουκαράδες οι μαθητές. Το πρόβλημα είναι οι… γονείς και οι καθηγητές. Οι πρώτοι, γιατί νομίζουν ότι ανατρέφουν μικρούς Αϊνστάιν (στην πλειονότητά τους) και οι δεύτεροι γιατί είναι κουμπούρες (στην πλειονότητά τους).
Για τους πρώτους δεν υπάρχει λύση, για τους δεύτερους υπάρχει. Βάλτε όλους τους καθηγητές (όλων των τάξεων) να εξετάζονται μαζί με τους μαθητές (στα ίδια θέματα) στις Πανελλήνιες. Όποιοι καθηγητές γράφουν 20 να συνεχίσουν να κάνουν τη δουλειά τους, όποιοι όχι να πάνε να φυτέψουν ντομάτες. Μπορεί να είναι πιο εύκολο… 

15/1/2017 
Να σταματήσουν οι άσχετοι να χρησιμοποιούν για ψύλλου πήδημα και για τελείως ξεκάρφωτους λόγους τη λέξη «ψυχεδέλεια». Άμα δεν ξέρουν τι είναι «ψυχεδέλεια» δεν πειράζει. Όταν όμως τη χρησιμοποιούν σαν… αλατοπίπερο σε ό,τι να ’ναι, για να πουλήσουν μούρη σε πιο άσχετους από ’κείνους, τότε, ναι, πειράζει.
Η ψυχεδελική μουσική (αν μιλάμε για μουσική) είναι οριοθετημένη γεωγραφικά, χρονικά, ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ και αισθητικά, δημιουργήθηκε, δηλαδή, κάτω από πολύ συγκεκριμένες συνθήκες και δεν ξαναδημιουργείται. Όπως δεν ξαναδημιουργείται το φουτουριστικό ή το σουρεαλιστικό κίνημα.
Μουσική με τα αισθητικά χαρακτηριστικά της ψυχεδέλειας, του acid rock δηλαδή, μπορεί να γραφτεί οποτεδήποτε, αλλά αυτό δεν λέει κάτι. Το acid rock δεν υπήρξε εργαστηριακό είδος, όπως το progressive π.χ. Είχε πολύ ισχυρή κοινωνική βάση (στην Αμερική πρωτίστως και δευτερευόντως στην Αγγλία) στο δεύτερο μισό των sixties και αυτή (η βάση) ΔΕΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΕΤΑΙ. Ο δε όρος «ελληνική ψυχεδέλεια» είναι απλώς ΓΕΛΟΙΟΣ. 

15/1/2017
ΠΕΘΑΝΕ Ο… ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ 
Δεν ξέρω πόσοι το πήραν χαμπάρι αλλά πριν λίγες μέρες (12/1) πέθανε ο συγγραφέας του «Εξορκιστή», ο William Peter Blatty. Ο Blatty είχε σκηνοθετήσει και ο ίδιος ταινίες – μόλις δύο, αλλά ήταν και οι δύο εξαιρετικές. Τον φοβερό «Ένατο Σχηματισμό» (1980), ένα από τα καλύτερα φιλμ που διαπραγματεύτηκαν την παράνοια, την τρέλα, στο σελιλόιντ (μόνο με το “Shock Corridor” του Samuel Fuller μπορεί να συγκριθεί), αλλά και τον «Εξορκιστή» το «τρία» (1990), που είχε μερικές πολύ δυνατές σκηνές γκραν γκινιόλ.
Δεν ήταν μικρός… 89 ήταν. 

12/1/2017 
ΠΑΟΚΑΡΑ ΡΕΕΕ
Χθες κατά έναν απρογραμμάτιστο, όπως συνήθως συμβαίνει, τρόπο, θυμήθηκα τις ραδιοφωνικές ποδοσφαιρικές μεταδόσεις τα μεσημέρια της Κυριακής στα seventies. Και θυμήθηκα, λοιπόν, έναν σπήκερ της ΕΡΑ από τη Θεσσαλονίκη, που μετέδιδε ΠΑΟΚ – τον Πάνο Θεοδώνη. Ποιος Μίνος τώρα, και ποιος Τραπεζανίδης! Θρύλος μιλάμε! Είχε βγει η μπάλα άουτ και άκουγες, το θυμάμαι σαν τώρα, το εξής τρομερό: Μαζεύει ο Φορτούλα (σ.σ. ο τερματζής του ΠΑΟΚ), κάνει δυο-τρία γκελάκια, την παίζει στην περιοχή του… 
(Τώρα; Τώρα έχουμε τους ψευτοπροπονητές-σπήκερ, με τα στατιστικά του κώλου).

11/1/2017
Ας τελειώσω μέσα στο πνεύμα της ημέρας, γιατί δε θέλω να φανεί πως σνομπάρω…
Καμμία μελοποίηση Καββαδία δεν άγγιξε τον «ιδανικό και ανάξιο εραστή» του Σπανού (ούτε Μικρούτσικος, ούτε κανένας άλλος). Ο πρώτος διδάξας, ο μεγάλος κιθαρίστας Κώστας Καράλης σε μια σπάνια ζωντανή εμφάνιση, με το χρόνο να κάθεται ευγενικά πάνω στη φωνή του…
Μια μέγιστη στιγμή του ελληνικού τραγουδιού. 

8/1/2017 
Αυτή η φάση με τους σιξτάδες DJs (ορισμένοι είναι φίλοι και γνωστοί μου και τους αγαπώ) έχει καταντήσει αστεία. Ο άλλος παίζει μόνο mod, ο άλλος μόνο british r&b, ο άλλος μόνο garage, ο άλλος μόνο ska… κι έτσι δεν τολμά να ρίξει κι ένα seventies dub στο πρόγραμμά του. Η πλάκα είναι πως οι περισσότεροι απ’ αυτούς αγνοούν το τι σήμαινε “sixties” στην Ελλάδα, στο μοντέρνο τραγούδι, κι έτσι κανένας δεν θα παίξει έναν Adamo ή έναν Gianni Morandi. Ο ΕΛΛΗΝΑΣ DJ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΑΣ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΣΑΝ ΕΓΓΛΕΖΟΣ Ή ΣΑΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ. Πάνε και βρίσκουν, λοιπόν, εκείνους που δεν τους ήξερε ούτε η μάνα τους, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για τα φοβερά και βασικά. Μικροί είναι σιγά-σιγά θα μάθουν… Κι εμείς στην πορεία μάθαμε (αλλά μάθαμε), δεν γεννηθήκαμε δα και το 1945...

3/1/2017 
ΤΑ ΠΑΡΤΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ. ΤΩΡΑ ΞΕΚΙΝΑΝΕ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ…
Δεν ξέρω πόσοι έχουν συνειδητοποιήσει πως οι Les Humphries Singers υπήρξαν μια γαμάτη χορευτική μπάντα. Μάλλον λίγοι, καθώς λίγοι τους έχουν κατά νου. Εγώ το έμαθα πριν καμμιά 20αριά χρόνια, όταν αγόρασα ένα LP τους (λόγω “Ela ela” και Axis) έξω από τη Νομική από τους γέροντες που πουλάγανε βιβλία (κάπου-κάπου και δίσκους), ακριβώς στη γωνία Σόλωνος & Μασσαλίας. Τώρα οι γέροι πεθάνανε, οι υπαίθριες βιβλιοθήκες μεταφερθήκανε σε τινά περίπτερα, οι δίσκοι όμως των Les Humphries Singers εξακολουθούν να σείουν το δωμάτιο...

29/12/2016 
Το καλλιτεχνικό περιοδικό Panderma το τύπωνε στη Βασιλεία της Ελβετίας ο ουγγροελβετός έμπορος έργων τέχνης, συλλέκτης και συγγραφέας Carl Laszlo ήδη από τα τέλη του ’50. Τυπώθηκαν 13 νούμερα ανάμεσα στα χρόνια 1958-1977. Κάποια στιγμή, κάποιο τεύχος πρέπει να έπεσε στα χέρια τού επίσης φιλότεχνου Λεωνίδα Χρηστάκη και αποφάσισε να το… κάνει δικό του. Ο Λεό δεν πήρε μόνον τον τίτλο φτιάχνοντας το ελληνικό Panderma τον Νοέμβρη του 1972 (η λέξη, έλεγε ο μακαρίτης, σήμαινε «παντός τέρμα ή παντός δέρμα» – τρέχα γύρευε δηλαδή), βούτηξε ακόμη και τη γραμματοσειρά του τίτλου!
Αυτά τα ωραία συνέβαιναν εκείνα τα προϊστορικά χρόνια… 

27/12/2016 
ΒΠήδες ΣΕ ΡΟΛΟ «ΛΑΟΥ» ΣΤΑ ΚΑΤΕΡΓΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΚΗΣ
(Η ΠΑΟΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚI) 
Όσοι με ξέρουν από το «δισκορυχείον» και οι πιο παλιοί από το «Jazz & Τζαζ» κ.λπ. ξέρουν ότι δεν κωλώνω να υποστηρίξω με πείσμα τις απόψεις μου. Κι έχω λοιδορηθεί γι’ αυτό – όταν έγραψα π.χ. υπέρ του Κοινούση και του Καφάση, υπέρ του σκυλάδικου (του λαϊκού τρίτης εθνικής εννοώ), κατά του σύγχρονου αχαΐρευτου τραγουδιού της λεβεντογέννας κ.ο.κ.
Όταν, όμως, ακούω την Πάολα να δολοφονεί τον «Ευαίσθητο ληστή» των Χατζιδάκι-Γκάτσου-Ρωμανού στην μπακαλοταβέρνα του Σπύρου Παπαδόπουλου στον Alpha δεν θα πω «μπράβο στο κορίτσι», για να μη φανεί πως ζορίζομαι να αποδεχτώ αυτή την… κατάβαση στο πόπολο.
Η συγκεκριμένη απόδοση σε στυλ «γκαρίζω, επειδή μου είπαν πως έχω φωνούλα» υπήρξε απαράδεκτη και σε συνδυασμό, μάλιστα, με το γενικότερο σκηνικό (ο Παπαδόπουλος γιατί χειροκροτεί πρώτος απ’ όλους, για να πει «μπράβο» στον εαυτό του, ή μήπως νομίζει πως ανατρέπει την ιστορία;) θα με αναγκάσει να μιλήσω για ένα... περίλαμπρο ΑΙΣΘΗΤΙΚΟ ΣΟΚ, που αρμόζει μόνο στο αθλιότερο κωλάδικο.
Το πρόβλημα με το γούστο είναι το εξής ένα – όπως το έχουμε πει κι άλλες φορές. Μπορούν να το επικαλούνται και όσοι δεν το έχουν. 

26/12/2016 
Ακούγοντας από το πρωί τραγούδια των Wham! και του George Michael, που προτείνουν φίλοι ή που χτυπάω με κλειστά μάτια στο YouTube σκέφτομαι, συν τοις άλλοις, πως όλοι εμείς, που έχουμε πάνω-κάτω την ηλικία του μακαρίτη, μεγαλώσαμε στα early 80s με τραγουδάρες –είχαμε αυτό το προνόμιο!– που είχαν γερές μελωδίες, καλούς στίχους και ερμηνείες από ανθρώπους με αληθινές φωνές. Ακόμη κι αν δεν αγοράζαμε Wham! το ’83, γιατί αγοράζαμε Mecano και Robert Wyatt…
Το λέω, καθώς λυπάμαι για τα σημερινά παιδιά που είναι αναγκασμένα ν’ ακούνε όλες αυτές τις χιπχοπάδικες μαλακίες που κατακλύζουν τα τοπ…
Ποιος, άραγε, απ’ αυτούς τους άχρηστους μπορεί να γράψει, σήμερα, ένα τραγούδι σαν το “Careless whisper”;

26/12/2016 
Με δένουν διάφορα με τα τραγούδια των Wham! και με τον George Michael, ήδη από τα καλοκαίρια των early eighties στο νησί, αλλά τώρα δεν θέλω να πιάσω την ιστορία από την αρχή, γιατί μπορεί και να με πάρουν τα κλάματα. Σοβαρά το λέω.
Πάνω στο γύρισμα του αιώνα ακούω τον Τζωρτζ σε μια δισκάρα, που λεγόταν “Songs from the Last Century” (1999) και παθαίνω (και αναθεωρώ πολλά). Από ’κει και ο κοινωνικός Ύμνος τής περιόδου τής Ύφεσης “Brother can you spare a dime?”, που, τώρα, τον ξανακούω με ακουστικά και με τα μάτια κλειστά… Και δεν θέλω να τ’ ανοίξω… 

25/12/2016 
ΦΑΣΜΠΙΝΤΕΡ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ ΚΑΙ AMON DÜÜL II
Πολύς ντόρος έγινε τον τελευταίο καιρό για τον Φασμπίντερ. Και καλώς δηλαδή, γιατί ο Γερμανός πρόλαβε να σκηνοθετήσει και μερικά αριστουργήματα στη σύντομη διαδρομή του, όπως το «Ο Φόβος Τρώει τα Σωθικά» (ταινιάρα) ή τον «Καυγατζή» (τα καλύτερα χρώματα, που έχω δει ποτέ στο σινεμά). Δεν ξέρω πόσοι έχουν κατά νου πως σε μια ταινία του, την “Die Niklashauser Fart” από το 1970, εμφανίζονται οι Amon Düül II σ’ ένα χαοτικό τζαμάρισμα. Ο Φασμπίντερ στα πρώτα έργα του περιέγραψε την σε αναβρασμό γερμανική νεολαία των late sixties, εκείνη από την οποίαν ξεπήδησαν πολλά: από το kraut rock, μέχρι την τρομοκρατία. 

23/12/2016 
Παρατηρώ πως τα ποσταρίσματα τραγουδιών του Bob Dylan (τραγουδισμένα από άλλους – γιατί από τον ίδιο δεν υπάρχουν) συνεχίζονται με απτόητο ρυθμό. Φυσικά πουθενά δεν βάζω like, για να μη δίνω θάρρος, αλλά, τέλος πάντων, έλεος μ’ αυτό το “Knockin’ οn heaven’s door”, που έχει κι ένα από τα πιο ανέμπνευστα ρεφραίν όλων των εποχών. 

22/12/2016 
ΒΓΑΛΤΕ ΛΙΓΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ
Τι λέγαμε; To Book Press... «βουτάει στη θάλασσα με τα ποιητικά βιβλία που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2016 στη χώρα μας» και επιλέγει… 31 συλλογές. Ούτε καν 30! Σιγά ρε παιδιά μη βουτάτε τόσο, θα πονέσουν τ’ αυτιά σας.

21/12/2016 
ΟΙ ΛΙΣΤΕΣ ΜΕ «ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ» ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΥ Ή ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΒΕΛΗΝΕΚΟΥΣ; ΡΩΤΑΩ, ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ ΜΑΘΩ…
Όπως έγραψα πριν σ’ ένα σχόλιο αξία, για μένα, στο θέμα των «καλυτέρων» (δίσκων, ταινιών, βιβλίων κ.λπ.), που μας κατακλύζουν στο τέλος κάθε χρονιάς, έχει η ΑΦΑΙΡΕΣΗ και όχι η πρόσθεση. Θέλω ν’ ακούσω από τους επαΐοντες έναν τίτλο (ένα δίσκο, μια ταινία, ένα βιβλίο…) και όχι τριάντα. Είναι αστειότητα αυτό το πράγμα. Να προσπαθούμε να βολέψουμε τα πάντα… και τους πάντες με κάτι μακρινάρια (που δημοσιεύονται από κάποιους μέχρι και σε συνέχειες). Πείτε ένα-δυο ονόματα… μέχρι εκεί, αλλιώς δεν πείθετε.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

RICARDO GRILLI - 1954

Βραζιλιάνος κιθαρίστας, γεννημένος στο Σάο Πάολο και με καριέρα στην Αμερική (Νέα Υόρκη), ο Ricardo Grilli είναι ένας παίκτης με φινέτσα – και με ενδιαφέροντα που ξεπερνούν αυτόν καθ’ αυτόν τον καλλιτεχνικό χώρο, αγγίζοντας τον της επιστήμης. Με πρόδηλο ενδιαφέρον για την αστρονομία-κοσμολογία, ο Grilli έχει ονοματίσει τα tracks του δεύτερου προσωπικού CD του “1954” (η χρονιά γέννησης τού πατέρα του) αναλόγως. Ήτοι: “Arcturus”, “Pog056”, “Cosmonauts”, “Vertigo” κ.λπ.
Πέραν αυτών η jazz του Βραζιλιάνου δεν είναι αμιγώς βραζιλιάνικη – παρότι ως κιθαρίστας ο ίδιος θα μπορούσε άνετα να πάει κατά ’κει... και να μείνει. Το στυλ του, θέλω να πω, είναι περισσότερο contemporary, και μόνο σε κάποιες στιγμές εκφρασμένο μέσα από ελαφρές latin ρυθμολογίες. Παρά ταύτα δεν είναι… βαρετός. Δεν πρόκειται δηλαδή για τζαζ… εστιατορίου, αλλά για μια μουσική με ποικίλα στοιχεία προσωπικού γούστου, κοντά στο ύφος ενός Kurt Rosenwinkel ας πούμε.
Δίπλα στον Grilli τρεις ακόμη μουσικοί έρχονται να υπηρετήσουν τις συνθέσεις του. Είναι ο άσσος πιανίστας Aaron Parks, ο μπασίστας John Martin και ο ντράμερ Eric Harland. Και οι τέσσερις τα «χώνουν» σε διάφορα tracks, αλλά στο σχεδόν 7λεπτο “Radiance” θα έλεγα πως ξεπερνούν εαυτούς, με τον Grilli να παρουσιάζει θαυμάσιες αναπτύξεις στο βασικό θέμα, και με τους υπόλοιπους τρεις να ροκάρουν περισσότερο απ’ ό,τι άλλο. Επίσης ενδιαφέρον έχει το ήπιο “Breath”, που είναι cha-cha στη βάση του, με την (κιθαριστική) μελωδία να ρέει και ακόμη το επίσης 7λεπτο “Cosmonauts” με την ωραία μελωδική γραμμή και με τον Parks να δείχνει τις ικανότητες του τόσο στο σόλο, όσο και στα breaks.
Γενικώς, το “1954” [Tone Rogue Records, 2016] είναι ένα άλμπουμ, που διαπνέεται από μιαν ισχυρή, θα την χαρακτήριζα, εσωτερική δύναμη. Πράγμα που σημαίνει πως δεν είναι, αναγκαστικώς, από ’κείνα που μπορεί να σε κερδίσουν με την πρώτη ακρόαση. Απαιτεί τις... ευκαιρίες του.
Επαφή: www.ricardogrilli.com

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

σκληρές improv και jazz εγγραφές της Be Coq

Γαλλικό label με στόχευση στον απαιτητικό δημιουργικό αυτοσχεδιασμό, το Be Coq εισάγεται στην Ελλάδα από την Recordisc. Τρεις πιο καινούριες κυκλοφορίες του (LP, 45άρι και CD), τώρα, εδώ...
YES DEER: Get your Glitter Jacket [Be Coq, Gaffer Records, Insula Music, 2015]
Σκληροπυρηνικό σχήμα του λεγόμενου «δημιουργικού αυτοσχεδιασμού», οι Yes Deer έχουν σχετικά καινούριο άλμπουμ-LP (αφού κυκλοφόρησε το 2015) στη γαλλική Be Coq (σε συνεργασία και με κάποιες ακόμη ετικέτες).
Τρίο είναι οι Yes Deer, τρίο σκανδιναβικό, καθώς αποτελούνται εκ των Signe Dahlgreen τενόρο σαξόφωνο, Anders Vestergaard ντραμς και Karl Bjorå κιθάρες και... εντελώς εκρηκτική και βεβαίως εικονοκλαστική η μουσική που μας προτείνουν. Είναι ν’ απορείς; Ίσως. Αν σκεφτείς πως πρόκειται για ένα σχήμα νέων ανθρώπων, που μπαίνει σ’ ένα χώρο «δύσκολο». Σ’ ένα χώρο, εννοούμε, που δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής, ακόμη και στη μεγάλη εποχή τού euro-improv, στα seventies, και που, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να τροφοδοτεί τους fans με αγέρωχα άλμπουμ.
Τέσσερα κομμάτια είναι καταγραμμένα στη μια πλευρά και άλλα τρία στην άλλη – αν και κάτι τέτοιο δεν σημαίνει και πολλά. Η μπάντα παίζει κάπως… αέναα, με… μέση, χωρίς αρχή και τέλος, κρατώντας θα έλεγα ίσες αποστάσεις από τις μεγάλες στιγμές της FMP στα μέσα του ’70, συμπληρώνοντας με hints από Guru Guru (περιόδου“UFO”). Ωραίος συνδυασμός, δε λέω
AVA MENDOZA, MAXIME PETIT, WILL GUTHRIE: S/T [Be Coq, Ranch, 2016]
Ελεύθερο τρίο, όχι όμως τόσο όσο οι Yes Deer, που αυτοσχεδιάζει επίσης με την κιθάρα μπροστά – αλλά όχι χωρίς αρχή και τέλος, καθώς εδώ υπάρχει μια Fripp-οειδής βάση. Ποιοι αποτελούν το σχήμα; Η κιθαρίστρια Ava Mendoza, ο μπασίστας Maxime Petit και ο ντράμερ Will Guthrie. Απ’ αυτούς τους μουσικούς, απ’ όσο το ’ψαξα, η Mendoza έχει μια κάποια παρουσία στη σκηνή, αλλά εκείνος που διαθέτει το πιο βαρύ βιογραφικό είναι σίγουρα ο Αυστραλός Guthrie, καθώς η παρουσία του καταγράφεται σε τουλάχιστον 21 κυκλοφορίες (πηγή: discogs).
Το τρίο παίζει μεν πανικόβλητο (ξεκινάμε από την πρώτη πλευρά του single με τα δύο tracks), διαθέτει… συνειρμικό ηχητικό οπλοστάσιο, όμως η γενική εικόνα δεν είναι εσωστρεφής και «δύσκολη». Η πρώτη πλευρά ακούγεται «μια χαρά», θέλω να πω, χωρίς ιδιαίτερες ακρότητες, αφού ακόμη και κάτι υποτυπώδεις μελωδίες σκαρώνονται στο πι και φι, πριν διαλυθούν, βεβαίως, την ακριβώς επόμενη στιγμή. Το rhythm section είναι σε φάση, ενώ και η κιθαρίστρια έχει και προσωπικό ήχο και τα χώνει αγρίως.
Και τα δύο επόμενα κομμάτια (στη δεύτερη πλέον πλευρά) χοντρικά κινούνται στο αυτό ύφος τού improv/jazz-rock. Θα έλεγα, μάλιστα, πως ακούγονται κάπως πιο δυναμικά, καθώς εμφανίζουν ψιλο-αναπτυγμένη riff-ολογία, ροκάροντας ακόμη πιο πολύ.
Καλοί.
F.A.T.: Animal [Be Coq, 2016]
Πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ροκάδικου και τζαζωτού improv γκρουπ, που, χωρίς πολλά λόγια, μπορώ να πω πως δημιουργεί μιαν «έκπληξη». Δεν γνωρίζω τίποτα για τους F.A.T. πέραν εκείνων που αναγράφονται στο οπισθόφυλλο του “Animal”. Ήτοι… πως είναι τρεις (Paul Ménard κιθάρες, Thomas Coquelet μπάσο, Pierre Pasquis ντραμς) και πως αυτό το μίνι-άλμπουμ τους, που διαρκεί λίγο πάνω από 20 λεπτά, είναι ηχογραφημένο τον Φλεβάρη του 2015, στο Lockgroove studio, κάπου στη Γαλλία.
Η μπάντα παίζει εξαιρετικά και με έμπνευση, έχοντας επιρροές από πολλούς και διαφορετικούς χώρους. Βασικά συνδυάζει το avant-rock του παρελθόντος, με τον αυτοσχεδιασμό και το αυθόρμητο, δημιουργώντας άλλοτε δυναμικές και άλλοτε περισσότερο space καταστάσεις [στο “Espoir monopoly (Part 2)” κυρίως, που κλείνει το άλμπουμ, μ’ έναν έξοχο τρόπο].
Αυτά τα συγκροτήματα τα παραδέχομαι. Κινούνται έξω από τα βασικά κυρίαρχα ρεύματα (γιατί, πια, αυτά είναι πολλά, δεν είναι ένα), αποφασίζουν να παίξουν «δύσκολες» μουσικές, αλλά, ταυτοχρόνως, έχουν και το ταλέντο να προτείνουν αληθινά ενδιαφέροντα κομμάτια, δίχως να χάνουν το μέτρο.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

οι APHRODITE’S CHILD και ο ανεκδιήγητος ψευτοϊστορικός της ψυχεδελονεολαίας Μανώλης Νταλούκας

Πριν λίγες ημέρες (11/1) κάποια Lana Turner άφησε ένα σχόλιο (στην αγγλική), εδώ στο δισκορυχείον, παραπέμποντάς μας σ’ ένα ντοκουμέντο. Στη φωτογραφία του διαβατηρίου του Ντέμη Ρούσσου, στην οποία (φωτογραφία) φαινόταν πως ο τραγουδιστής και μπασίστας των Aphrodites Child είχε εισέλθει στη Γαλλία την 23/3/1968. Ευχαρίστησα, φυσικά, την… Lana Turner για το ντοκουμέντο, δίχως να ενδιαφερθώ να το σχολιάσω περαιτέρω, επειδή η συγκεκριμένη πληροφορία δεν έχει για μένα, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, ουδεμία ευρύτερη αξία. Δεν λέω ότι είναι ασήμαντη, αλλά δεν λέω πως είναι και σημαντική. Είναι μια πληροφορία που, τέλος πάντων, καλώς υπάρχει. Έτσι, όταν κάποιος σοβαρός άνθρωπος, στο μέλλον, θα κάτσει να γράψει, με λεπτομέρειες, την ιστορία του θρυλικού γκρουπ να την έχει, και αυτήν, υπ’ όψιν του.
Ο γνωστός σαχλαμαρογράφος Μανώλης Νταλούκας πληροφορήθηκε τα καθέκαστα (από το δισκορυχείον πιθανώς ή προφανώς) συντάσσοντας πάραυτα ψευτοκείμενο το οποίον επιγράφει… «Ένας μύθος για τους Aphrodite’s Child, τελικά, καταρρίπτεται!»!! Αυτός μπορεί να βάζει ένα θαυμαστικό μετά το «καταρρίπτεται», αλλά εγώ θα βάλω δύο έξω από τα εισαγωγικά (τρία ή και περισσότερα θαυμαστικά είναι μαλακία και να μην τα βάζει κανείς).
Για να γελάσουμε. Το ogdoo.gr έχει πάρει τη φωτογραφία του διαβατηρίου του Ντέμη Ρούσσου από το facebook, όντας «καθαρή», κι έχει κοτσάρει πάνω υδατογράφημα. Φοβούνται μην τους την κλέψουμε… Γυφτιές. (Εδώ, φυσικά, τη βλέπουμε όπως πρέπει).
Για ποιο «μύθο» μιλάει ο λεμέγκουρας; Και τι ακριβώς καταρρίφθηκε; Για να δούμε τι γράφει:
«Επί μισό σχεδόν αιώνα, αναπαραγόταν ο μύθος πως οι Aphrodite’s Child, ταξιδεύοντας για Λονδίνο, εγκλωβίστηκαν στο Παρίσι από τα επαναστατικά γεγονότα του Μάη του '68. Ο μύθος που άρχισε να δημιουργείται από ανεύθυνα ρεπορτάζ του 1968, αναπαραγόταν μέχρι και σήμερα, από αυτοσχέδιους αρθρογράφους, σαν τον Φώντα Τρούσα».
Κατ’ αρχάς να πούμε πως η λέξη «μύθος» είναι εντελώς βαριά (σε σχέση και με το συγκεκριμένο θέμα), καθώς χρησιμοποιείται εσκεμμένα από τον προχειρογράφο Νταλούκα για να προκαλέσει εντυπώσεις. Κανένας «μύθος» δεν υπάρχει επί του προκειμένου, εκείνο που υπάρχει είναι μιαν αναντίρρητη πραγματικότητα!
Όπως είχε πει σε συνέντευξή του ο ίδιος ο Βαγγέλης Παπαθανασίου στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Ο Κόσμος του Τραγουδιού (1969):
«Στο ξεκίνημά μας γνωρίσαμε δύο, αν μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε έτσι, ατυχίες. Συγκεκριμένα, ενώ κατευθυνόμαστε μέσω Παρισίων για το Λονδίνο, προκειμένου να ηχογραφήσουμε το ‘Ραίην εντ τήαρς’, η απεργία (δεν λειτουργούσε κανένα μεταφορικό μέσον) μας εξηνάγκασε να παραμείνουμε στη Γαλλία… Επειδή όμως η απεργία συνεχιζόταν και σχεδόν μας είχαν τελειώσει όλα τα χρήματά μας, αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε τον δίσκο μας στα εκεί στούντιο της φωνογραφικής εταιρίας ‘Μέρκιουρυ’. Ήταν η δεύτερη ατυχία μας, γιατί δεν έμεινα απολύτως ικανοποιημένος από την ηχογράφηση. Στις ημέρες που ακολούθησαν και ενώ το Παρίσι ομοίαζε με πόλη της Αποκαλύψεως, ο δίσκος μας, πράγμα παράξενο, πωλούσε τις πρώτες ημέρες 200 χιλιάδες αντίτυπα και κατελάμβανε την τέταρτη θέσι στο TOP της χώρας αυτής».
Αυτά τα λόγια ειπώθηκαν μόλις μερικούς μήνες μετά την ηχογράφηση του “Rain and tears” και όποιος θέλει να βγάλει τον Παπαθανασίου ψεύτη θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ηλίθιος. Ο Νταλούκας το έχει αυτό το προσόν…
Το συγκρότημα όντως ήθελε να πάει στο Λονδίνο, όντως αποκλείστηκε στο Παρίσι λόγω των γεγονότων, όντως ηχογράφησε το “Rain and tears” μάνι-μάνι στη γαλλική πρωτεύουσα και όντως φυσικά ο δίσκος «κόπηκε» στο τάκα-τάκα, αρχίζοντας να κάνει την επιτυχία που έκανε (μέσα στον Μάη). Θα βγάλουμε, τώρα, ψεύτη τον Παπαθανασίου που μιλάει το 1969 (τόσο παλιά), προβάλλοντας ως «αλήθεια» τις σημερινές μπαρούφες του Νταλούκα; Αν είναι δυνατόν…
Προσέξτε τι γράφει ο άνθρωπας (ο Νταλούκας ντε) στο ogdoo.gr (13/1/2017):
«Ήταν αναμενόμενο. Πρώτα πρώτα, η ιστορία του αποκλεισμού τους, λόγω του Γαλλικού Μάη, φαινόταν αμέσως πως ήταν ψεύτικη: Αν τα Παιδιά της Αφροδίτης, είχαν φθάσει τον Μάιο, πώς ήταν δυνατόν να κυκλοφορήσουν τον δίσκο μέσα στον ίδιο μήνα;».
Ελπίζω να μην τον πληρώνει κανείς για να γράφει τέτοιες αρλούμπες.

Ο αποκλεισμός των Aphrodites Child στο Παρίσι λόγω Μάη δεν ήταν καθόλου ψεύτικος. Τον επιβεβαιώνει ο Παπαθανασίου ήδη από το 1969! Το πότε έφθασαν οι Aphrodites Child στο Παρίσι δεν έχει καμμία βαρύνουσα σημασία (εξάλλου το έδαφος, ανεξαρτήτως του πότε έφθασαν, είχε προλειανθεί, αφού υπήρχε ήδη το αμερικάνικο δισκάκι και οι διάφορες επαφές του Παπαθανασίου με τους υπεύθυνους τής Mercury/Polydor). Είναι μια λεπτομέρεια, θέλω να πω, που μπορεί να αφορά σε μιαν (λεπτομερή) εξιστόρηση των γεγονότων, και που, σε καμμία περίπτωση, δεν σχετίζεται με την ουσία.
Ο Νταλούκας όντας άσχετος με τη δισκογραφία, εν γένει, δεν ξέρει πως ένα δισκάκι μπορεί να ηχογραφηθεί σε μια μέρα, δηλαδή σε μια ώρα, πως μπορεί να κοπεί τάχιστα και πως μπορεί μετά από 2-3 μέρες να παίζεται στα ραδιόφωνα. Είναι τόσο βλάκας, καθώς αφήνει υπονοούμενα πως το “Rain and tears” μπορεί να ηχογραφήθηκε ακόμη και τέλη Μάρτη ή μέσα στον Απρίλη του ’68!!
Φυσικά το “Rain and tears” γράφτηκε, κόπηκε και ακούστηκε μέσα στον Μάη του ’68 και κάποιος θα πρέπει να πει ξεκάθαρα στον Νταλούκα πως λέει ανεπανόρθωτες μαλακίες! Ο «μύθος» λοιπόν παραμένει εν ισχύι, όπως εν ισχύι παραμένει και η πρωτιά τού… ψυχεδελονεολαίου στην αρλούμπα.
(Κάνετε κλικ στη φωτογραφία, για να διαβαστεί όπως πρέπει)
Προσέξτε τι γράφουν οι άνθρωποι από το facebook τού Demis Roussos Museum (10/7/2015):
“Demis Roussos Museum: according to Studio files they recorded/mixed the two tracks on two days, the 10th and 14th of May and it was released the 22nd of May. Released as a promo to radiostations the 20th of May. Probably the singles were pressed up just before the strikes of the 17th. (…)”.
Κι ένας σχολιαστής:
Adriano Rossi: So we can say that it was recorded on 2 days and 'just pressed' the 15th, at least the day after (one more day is left , the 16th,but surely 'before' and not 'after' the strike, as the facts are told) ...the making of - birthday was the final 14th, as for the creation of the song itself, which matters in a biography... the 20th too... the 22th is the 'public' edit-date, the one that matters in a discography.
Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία πως το “Rain and tears” ηχογραφήθηκε, κόπηκε, κυκλοφόρησε και έγινε επιτυχία μέσα σ’ ένα μήνα. Τον Μάη του ’68. Το ακούς Νταλούκα αυτό; Άκουσέ το και κρύψου.
Και σταμάτα ν’ ασχολείσαι με τους Aphrodites Child – δεν σε παίρνει. Όπως είχα γράψει και σε σχόλιο, εδώ στο δισκορυχείον, την 21/11/2012:
«Μανώλη Νταλούκα, κοίταξα τι γράφεις στο βιβλίο σου για τους Aphrodite’s Child, στις σελίδες 283-287, και σού λέω πως έχεις άγρια μεσάνυχτα. Κάθεσαι και ασχολείσαι με ανούσια ζητήματα (ιστορικά συγκροτήματα), μπερδεύοντας τον αναγνώστη σου με ακατανόητα θέματα. Γράφεις: “Με αυστηρά κριτήρια ελληνικής ψυχεδέλειας[sic], το σύνολο των ‘ιστορικών γκρουπ’ τίθεται υπό αμφισβήτηση[sic]”. Ποιος έθεσε τι σε αμφισβήτηση μωρέ; Δημιουργείς ζητήματα από το πουθενά, τα απαντάς μόνο σου, και, το χειρότερο, κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα το ουσιώδες απ’ όσα γράφεις. Επινοείς όρους (“ελληνική ψυχεδέλεια”, “ιστορικά συγκροτήματα”), μιλάς για “ζηλωτές”, που δεν παραδέχονται τους Νοστράδαμος (έσταξε η ουρά του γαϊδάρου!), μιλάς για τους “αδικημένους” Morca[sic] (ποιος τους αδίκησε; – μόνο εσύ το ξέρεις!), μιλάς για “παραδόσεις” που είναι ισχυρότερες από τις “αναλύσεις”, για “συλλογικά αισθητήρια” που δεν “κρίνουν” γιατί “ζουν” και άλλες τινές φαιδρότητες ων ουκ έστιν αριθμός.
Και τι μας λες για τους Aphrodite’s Child; Άλλα αντί άλλων. Ότι σχηματίστηκαν στην Ελλάδα – σιγά την είδηση. Το θέμα ήταν να μας πεις πού και πώς ονομάστηκαν Aphrodite’s Child (εγώ σου λέω στην Αμερική ερήμην τους). Λες ότι ο Κουλούρης τέλη ’67 πήγε φαντάρος, ενώ εκείνη την εποχή (λίγο αργότερα) παίζει με τους υπολοίπους ηχογραφώντας τα πρώτα δύο τραγούδια τους, τα “Plastics nevermore” και “The other people”. (Μη μας πεις τώρα πως τα ηχογράφησε στην άδεια ορκωμοσίας του, γιατί θα φλιπάρω). Λες πως τον Ιανουάριο του ’68 φθάνουν στα σύνορα[sic] της Αγγλίας o Λουκάς Σιδεράς με τον Ντέμη Ρούσσο, όταν τα στοιχεία από τους Μ.Ρ. σε διαψεύδουν. Ο Ρούσσος έπαιζε εκείνη την εποχή με τον Γεράσιμο Λαβράνο (ενώ μόνον ο Παπαθανασίου φαίνεται να πηγαίνει στο Λονδίνο).
Στη συνέχεια μιλάς για κάποιον “Νίκο Αντύπα”… Ξέρεις άραγε για ποιον πρόκειται; Και αν ξέρεις, γιατί δεν το γράφεις να ενημερώσεις τους αναγνώστες σου, που μπορεί να νομίζουν πως είναι ο ντράμερ των Socrates κ.λπ.; Γράφεις πως οι Γάλλοι τους βαφτίζουν Aphrodite’s Child, όταν το όνομα αυτό έχει εμφανιστεί για πρώτη φορά στο αμερικανικό single, γράφεις για την “κλασική μελωδία Canon de Pachelbell”, αγνοώντας πως ο Johann Pachelbel είναι γερμανός οργανίστας του μπαρόκ από τον 17ον αιώνα (τον περνάς για κομμάτι!) και άλλα διάφορα, από τα οποία προκαλείται μόνο σύγχυση και παραπληροφόρηση.
Για τις “χουντικές κατηγορίες” θα πω τη γνώμη μου σε άλλο σχόλιο, αν υπάρχει λόγος…»
.
(Κλικ κι εδώ για μεγαλύτερη... απόλαυση)
Ο άνθρωπος που έχει βγάλει «ξαδέλφια»(!!) τους Ντέμη Ρούσσο και Βαγγέλη Παπαθανασίου (στο blog της ψευτοϊστορίας την 25/10/2015) δεν δικαιούται δια να ομιλεί!

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΔΗΜΟΣΙΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΡΕΤΙΡΕ σημειώσεις για τη διαχείριση του πανικού (το περιοδικό τεύχος 1)

Μια ωραία εταιρική συνεργασία φέρνει ξανά στο φως, και μάλιστα σε βινύλιο, ένα παλιό CD-R του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ – το πρώτο τεύχος, έτσι το αποκαλούσαν, του ηχητικού περιοδικού Περιοδικό από το 2002. Μέσα σε τέσσερα χρόνια (2002-2006) το Δ.Ρ. «τύπωσε» εννέα τεύχη του Περιοδικού, όλα σε πολύ περιποιημένα, από πάσης απόψεως, σιντάκια, πράγμα που σημαίνει πως αν μπει το πρόγραμμα του εταιρικού συνασπισμού (AAR, orila, REKEM) σε σταδιακή υλοποίηση θα έχουμε να λέμε… Όπως λέγαμε και πριν 10-15 χρόνια στο Jazz & Τζαζ, όταν το ένα μετά το άλλο τα CD-R του Δ.Ρ. φιλοξενούνταν στις σελίδες του.
Έχει νόημα, νομίζω, να μεταφέρω τι είχα γράψει τότε, τον Ιούνιο του 2003, γι’ αυτό άλμπουμ των Δ.Ρ., που τώρα το απολαμβάνουμε σ’ έναν περιποιημένο δίσκο (με ωραίο innersleeve), επειδή εκείνο το κείμενο με εκφράζει εντελώς. Από το 123 τεύχος του Jazz & Τζαζ λοιπόν:
«Μοναδική περίπτωση για την ελληνική free/ avant/ improv σκηνή (πείτε την όπως θέλετε – αν υπάρχει τέτοια) οι Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ επανεμφανίζονται μ’ ένα καινούριο CD-R, το οποίο, όπως και οι ίδιοι θέλουν, επέχει ρόλο περιοδικού. Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς με εκατό λέξεις αυτό που παρουσιάζουν οι Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Ντάνης Τραγόπουλος και Θανάσης Χονδρός. Υπάρχει, οπωσδήποτε, ένα έντονο προκλητικό στοιχείο στους στίχους και τις αφηγήσεις, το οποίο, είτε μέσα από το σουρεαλιστικό πνεύμα του (“Τα μάρμαρα του Παρθενώνα”), είτε μέσα από μιαν αέναη επαναληπτικότητα (“Όταν θα βγω στη σύνταξη”), είτε εξαιτίας ενός ενεργητικού χιούμορ (“Ο στραγγαλιστής”) επιχειρεί να πει πράγματα, να περιγράψει αλήθειες. Από την άλλη, οι μουσικές δεν έχουν τίποτα το επιλήψιμο. “Ζαππισμοί” της ύστερης εποχής, οι οποίοι, ως σύνολο, στέκονται άψογα, συχνά και με το παραπάνω (“Καταλήψεις”).
Το περιοδικό των Δ.Ρ. δεν σκίζεται. Τεντώνεται, για να το ακούσει ο γείτονας…».
Ναι, αυτό το τελευταίο, αυτή η τελευταία πρόταση είναι που μου αρέσει ακόμη. Έβαλα το volume στο 5 και άκουσα ξανά τις «Σημειώσεις για τη διαχείριση του πανικού» πεπεισμένος πως βρισκόμουν στο κέντρο ενός προκλητικού ηχητικού installation
Το χρειαζόμουν... σε σχέση και με τις αηδίες που φθάνουν στ’ αυτιά μου από τους περιοίκους. 

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

10 ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Από την εποχή του Πρωταγόρα (5ος αιώνας π.Χ) η ελευθερία της έκφρασης έχει εχθρούς και η λογοκρισία, συχνά, σύμμαχό της την πυρά. Από τότε κιόλας, εννοούμε, η φωτιά αποτελεί το πιο πρόδηλο μέσο εξευτελισμού και αφανισμού του βιβλίου, κάτι που συμβαίνει και στον καιρό μας – δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα (θυμόμαστε την περίπτωση του «Μν» του Μίμη Ανδρουλάκη το 1999-2000).
Στη σύγχρονη Ελλάδα, ας την προσδιορίσουμε έτσι, στην Ελλάδα των τελευταίων 150 ετών δηλαδή, είναι πολλές οι περιπτώσεις δίωξης βιβλίων – όλοι μας γνωρίζουμε, φερ’ ειπείν, τις περιπέτειες του μυθιστορήματος του Εμμανουήλ Ροΐδη «Πάπισσα Ιωάννα» (1866) ή τις ανάλογες των βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη («Ασκητική», «Ο Καπετάν Μιχάλης», «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», «Ο Τελευταίος Πειρασμός»), στις οποίες (περιπέτειες) πρωτεύοντα αρνητικό ρόλο είχε η Εκκλησία.
Πρέπει να πούμε πως η έννοια «απαγόρευση» στο βιβλίο παίρνει πολλές και διαφορετικές μορφές μέσα στα χρόνια. Μιλάμε για συνολική δικαστική απαγόρευση και περαιτέρω για δήμευση και καταστροφή των αντιτύπων, για επιμέρους διώξεις, που αφορούν στις ανώμαλες πολιτικά εποχές (βασικά στις δικτατορίες του Μεταξά και των συνταγματαρχών), για περιστασιακές αναστατώσεις υποκινούμενες από «κύκλους» (θρησκευτικούς, εθνικιστικούς κ.λπ.), για λογοκριτικές επεμβάσεις, που αφορούν σε συγκεκριμένα κεφάλαια και παραγράφους βιβλίων κ.ο.κ.
Απ’ αυτή τη θλιβερή ιστορία, της εκδοτικής ανελευθερίας, επιλέγουμε να σχολιάσουμε 10 βιβλία, που κυκλοφόρησαν με εμπόδια στη χώρα τα τελευταία 90 χρόνια και που γνώρισαν σε μεγάλο ή μεγαλύτερο βαθμό τη μήνι των ελέω Θεού «προστατών» μας.
1. ΘΕΜΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ: Άγιον Όρος / Οι Άγιοι Χωρίς Μάσκα [χ.ε., Αθήνα 1933]
Ένας από τους λίγους «αγίους» των νεότερων ελληνικών γραμμάτων, ο Θέμος Κορνάρος (1907-1970) υπήρξε από τους λογοτέχνες που γνώρισαν από νωρίς τη βία της εξουσίας (και στο σώμα του και στο έργο του). Γράφει για ’κείνον ο Μάρκος Αυγέρης (από το βιβλίο τού Λεωνίδα Χρηστάκη «Θέμος Κορνάρος, Χειρόγραφα και άλλα τεκμήρια» στις εκδόσεις Χρόνος, το 1974):
«Ο Κορνάρος ήταν ένας κοινωνικός αγωνιστής, που από πολύ νωρίς είχε ενταχθεί στην προοδευτική κοινωνική κίνηση και είχε προσφέρει σ’ αυτή όλη του τη δραστηριότητα, όχι μόνο με την πνευματική εργασία του και τα συγγράμματά του, αλλά και την πολιτική δράση του γνωρίζοντας όλους τους διωγμούς, εξορίες και φυλακίσεις πολυχρόνιες. Καταδιώχτηκε όχι μόνο από το φασιστικό καταχτητή, που τον έκλεισε στο Χαϊδάρι, παρά και από τις ελληνικές αρχές, προσφέροντας πάντα τη θυσία του αδίσταχτα κι αδιαμαρτύρητα, πάντα με σεμνότητα, χωρίς καύχηση και χωρίς ιδιοτέλεια. Πρόσφερε τα πάντα χωρίς να λυγίσει ποτέ στην πίστη του και χωρίς να φειδωλευτεί τις ταλαιπωρίες και την προσωπική του άνεση, την προσωπική του ασφάλεια και την οικογενειακή του ειρήνη. Αλλά ποιος θα βρεθεί να δικαιώσει αυτή την αδέκαστη και όλη συνέπεια ζωή του; Στο πρόσωπό του, απάνω και από το συγγραφέα, τιμούμε εδώ την ανδρική αρετή του».
Το «Άγιον Όρος/ Οι Άγιοι Χωρίς Μάσκα» κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1933 και είχε σαν αποτέλεσμα την καταδίκη και τη φυλάκιση του Θέμου Κορνάρου για… προσβολή τού θρησκευτικού αισθήματος. Ο Κορνάρος περιγράφει με σκληρό ρεαλισμό τη ζωή στο Άγιον Όρος (την καταπιεσμένη και λιγότερο καταπιεσμένη ερωτική διάθεση των μοναχών, τις δολοπλοκίες, την κατάχρηση του αλκοόλ, το μίσος προς τον συνάνθρωπο, τα βασανιστήρια και την άσκηση εξουσίας προς τους νεότερους κ.λπ.), συναντώντας την οργή των «ενάρετων» κύκλων της εποχής. Το βιβλίο εξαφανίζεται από προσώπου γης, για να κάνει κάποιες σποραδικές εκδόσεις χρόνια αργότερα.
Την ίδια τύχη είχε και ένα άλλο βιβλίο τού Κορνάρου, το «Αγύρτες και Κλέφτες στην Εξουσία» (1946), το οποίον επίσης διώχθηκε.

Η συνέχεια εδώ…

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

FRANK KIMBROUGH ηλιοστάσιο

Πιανίστας με απαλό τουσέ, ο Frank Kimbrough μας έχει απασχολήσει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον είτε μέσω της προσωπικής δισκογραφίας του (βασικά στην Palmetto), είτε από τις συμμετοχές του στις μπάντες του Noah Preminger και της Maria Schneider (την Maria Schneider Orchestra εννοώ). Τώρα, στο Solstice (για την γερμανική Pirouet) τον συναντάμε σε σχήμα τρίο, με τον Jay Anderson στο μπάσο (έχει παίξει με άπειρους και ανάμεσά τους με τον Frank Zappa) και τον Jeff Hirshfield στα ντραμς, να αποδίδουν βασικά versions και στάνταρντ (ή και λιγότερο στάνταρντ), όπως αρέσκονται να τα λένε οι τζαζίστες. Ήτοι συνθέσεις των Carla Bley, George Gershwin, Paul Motian, Andrew Hill, Maria Schneider και Annette Peacock.
Αν και επηρεασμένος στα νιάτα του από τον Paul Bley, ο Kimbrough στην πορεία ακολούθησε περισσότερο αφηγηματικές πρακτικές, επενδύοντας στην ανάπτυξη και την διευθέτηση των μελωδιών μ’ έναν «αέρα», που συχνά δεν προσιδίαζε σε Αμερικανό. (Μάλλον μεγάλο ρόλο σ’ αυτή την απαγκίστρωση από την free πρέπει να έπαιξε ο Andrew Hill, τον οποίον ο Kimbrough θεωρεί ως έναν ακόμη πιο μεγάλο δάσκαλό του). Τέλος πάντων… Σημασία έχει πως εδώ καταγράφεται ένα πολύ αρμονικό σετ, άνευ ιδιαιτέρων εξάρσεων, μέσω του οποίου αναδεικνύονται οι αληθινές ποιότητες ενός τζαζ τρίο. Έτσι, η επικοινωνία μεταξύ των μουσικών, οι απλοί, καθαροί και αλληλοεξαρτώμενοι ρόλοι, η επιμονή στη σύνθεση, και στο μέρος εκείνο του αυτοσχεδιασμού που μοιάζει με σύνθεση, συνηγορούν σ’ ένα άλμπουμ απλό και ουσιαστικό, που μπορεί να σε κερδίσει μ’ έναν εξίσου ανεπαίσθητο τρόπο.
Επαφή: www.pirouet.com

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

DAVE PHILLIPS εντομοελκυστικά

Στον πειραματιστή Dave Phillips έχουμε αναφερθεί πριν καιρό στο δισκορυχείον και αφορμή ήταν το άλμπουμ του “Insect” [πτώματα κάτω από το κρεββάτι, 2010] – ένα LP με επεξεργασμένους ήχους εντόμων από δάση και βιoτόπους της Ταϊλάνδης.
Συνεχίζοντας στο ίδιο experimental μοτίβο, o Phillips έχει και πιο πρόσφατο άλμπουμ/ CD (όπως και άλλα ενδιάμεσα) κι αυτό για ένα label τού Νικόλα Μαλεβίτση, το noise-below, σε συνεργασία όμως τώρα με το fréquencies critiques.
Να πούμε κατ’ αρχάς πως στο Selective Memory/ Perception (2016) υπάρχει ένα μόνο track, που διαρκεί σχεδόν μιαν ώρα και πως τούτο είναι συνεχές, χωρίς εσωτερικά «διαλείμματα» και κενά που δεν καταγράφονται. 
Ο Phillips, χρησιμοποιώντας μια ποικιλία ήχων και πηγών (οπωσδήποτε field recordings και όχι μόνον εντόμων, αλλά και αμφιβίων, ανακατεμένες με ποικίλα περιβαλλοντικά ή μηχανιστικά σπαράγματα, όπως και με συμβατικά μουσικά όργανα, πιάνο π.χ.), δημιουργεί ένα θορυβώδες, έντονης διεισδυτικότητας πλαίσιο, εντός του οποίου η δράση είναι συνεχής (αν και απροσδιόριστης αρχής). Με όχι ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα στο volume, το άκουσμα έχει τη δύναμη να τεντώνει την προσοχή σου, κρατώντας σε πάντα σε εγρήγορση, παρότι η προσπέλαση δεν είναι συνεχής και μονίμως εφικτή. Θέλω να πω πως το “Selective Memory/ Perception” λειτουργεί περισσότερο σαν ένα εικονοκλαστικό αφήγημα, παρά σαν μια γραμμική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος – και, προς τιμήν του, με μηδαμινά στοιχεία αυτοαναφορικότητας και αναίτιας «δυσκολίας».
Χρόνο να έχεις, διάθεση και επιθυμία ν’ ακούσεις κάτι που δεν φαντάζεσαι πως υπάρχει – ή, αν υπάρχει, δεν φαντάζεσαι πώς ηχεί.