Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

ΚΤΙΡΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ συγκεκριμένα διαμερίσματα

Καθόλου «συγκεκριμένα» δεν είναι τα «διαμερίσματα» τού Κτίρια τη Νύχτα στο πρόσφατο CD του στην Inner Ear (κλεισμένο σε ωραία hardback, μεγέθους single, συσκευασία), ιδίως αν μεταφράσουμε τον τίτλο ως κάτι ηχητικώς σαφές και πρόδηλο να-το-πούμε ή τιθασευμένο. Εντάξει, μπορεί ο τίτλος να επιδέχεται κι άλλων ερμηνειών, όμως αυτό που ήδη σημειώσαμε ισχύει. Ο Κτίρια τη Νύχτα αντιπαθεί τη γραμμικότητα και την ευθεία αφηγηματικότητα (και καλά κάνει δηλαδή, αφού έχει τη δυνατότητα να την ξεπερνά). Ο λόγος του, παρότι πληθωρικός στην εκφορά του, είναι ελλειπτικός στα νοήματά του – κάτι που σε συνδυασμό με την ίδια την εκρηκτική και ενίοτε εν τω γεννάσθαι μουσική του δημιουργεί ένα ιδιότυπο, πολυεπίπεδο και οπωσδήποτε πολύ ενδιαφέρον ακρόαμα, που δεν μπαίνει, σώνει και καλά, κάτω από ταμπέλες.
Παρένθεση. Όλο και πιο συχνά ακούω τον τελευταίο καιρό το πρόθεμα «μετά»… μπροστά από ποικίλους μουσικούς όρους. Δεν μας έφτανε το μετα-πάνκ, όπως φαίνεται, που το τρώμε δεκαετίες τώρα, κι έτσι κάπου διάβασα για μετα-ντίσκο (λέγεται από καιρό δηλαδή κι αυτό), μετα-αβάντ, μετα-τζάζ και δε συμμαζεύεται… Σκέφτομαι, λοιπόν, πως για όλους αυτούς, που τους αρέσει να… μεταθέτουν δια του «μετά» τα ποικίλα ορολογικά ζητήματα (καθότι κι αυτό είναι ένα ζήτημα), τα «Συγκεκριμένα Διαμερίσματα» μπορεί να αποτελέσουν ένα ιδανικό πεδίο άσκησης. Ο Κτίρια τη Νύχτα με τις μουσικές και τα τραγούδια του, θέλω να πω, φροντίζει για τη σχετική ακύρωση ή επέκταση των genres, και κάπως έτσι μ’ ένα… post-song μπορεί, εν προκειμένου, κάπως να καθαρίζεις. Κλείνει η παρένθεση.
Ο καλός μουσικός, που γράφει τα λόγια, τις μουσικές, ενώ τραγουδά κιόλας, παίζοντας όλα τα όργανα μόνος του, επιμελούμενος ενοργανώσεις, samples, μίξεις και παραγωγή ακολουθεί έναν, μάλλον, ασυνήθιστο τρόπο τραγουδοποιίας. Αφήνει το λόγο να ανακαλύψει τη μουσική του –το πώς θα ειπωθούν τα μακροσκελή, συνήθως, ποιήματά του– κι έτσι, συχνά, βρίσκεται εκτεθειμένος σε… πηδήματα στο κενό ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε ακροβασίες. Το θέλει, το επιθυμεί – αν και θα πρέπει να σημειώσουμε, εγκαίρως, πως τα «Συγκεκριμένα Διαμερίσματα» δεν στερούνται και… περισσότερο αναμενόμενων τραγουδιών, που μουσικώς τουλάχιστον, μπορεί να φλερτάρουν με το «κατανοητό» σύγχρονο electro-rock. Φανταστείτε έναν πιο ανεβασμένο Κ.Βήτα, για να μείνουμε στα καθ’ ημάς, ή έναν πιο προσγειωμένο The Boy. Γι’ αυτό μιλάω… Θα έλεγα μάλιστα πως αυτά ακριβώς τα τραγούδια («Στη μεγάλη παραλία», «Εμπορικό κέντρο», «Δάγκωσε με πιο βαθιά»…) έχουν συγκεκριμένες θέσεις μέσα στο patchwork τού Κτίρια τη Νύχτα, κάπως σαν οδοδείχτες που δεν οδηγούν αναγκαστικώς κάπου – μιας και εκείνο που ακολουθεί υπακούει κατά το μάλλον ή ήττον σε μιαν ονειρική σειρά. Κάτι που, τέλος πάντων, υπονοείται ευθύς εξαρχής και από τις διάρκειες, με ορισμένα tracks να διαρκούν από λίγα δευτερόλεπτα, έως ένα και κάτι λεπτά.
Εικόνα: φώτα που ανάβουν, σβήνουν ή αναβοσβήνουν σε τυχαίες (random) περιόδους, σ’ ένα δυνατό άλμπουμ ποιητικής συμπύκνωσης με κέντρο το άστυ.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΥ η συγκλονιστική μουσική του για τους «Πέρσες» του Καρόλου Κουν

Επιβάλλεται να ξεκινήσω κάπως επιθετικά. Είναι «έγκλημα» να μην υπάρχει σ’ ένα CD η μουσική που έγραψε ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου (1926-1970) για τους «Πέρσες» του Αισχύλου – μια παραγωγή του Θεάτρου Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν (1908-1987).
Ή, ακόμη καλύτερα, να μην υπάρχει ένα DVD (κάτι μάλλον αδύνατο) με την παράσταση, προκειμένου να είναι διαθέσιμα, ταυτοχρόνως, ήχος και εικόνα.
Δεν ξέρω πώς μπορεί να ξεπεραστούν οι όποιες δυσκολίες, ώστε να κυκλοφορήσει κάποια στιγμή η μουσική τού Χρήστου (γιατί δεν είναι χαμένη). Πρέπει, εννοώ, να ξεπεραστούν τα όποια εμπόδια, τεχνικά ή άλλου τύπου, για να αποδοθεί τελικά στο κοινό, μια μουσική επένδυση, όμοια της οποίας είναι αμφίβολο αν έχει γραφτεί ποτέ για παράσταση αρχαίου θεάτρου.
Οι «Πέρσες» είχαν ανεβεί σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, πρώτα στο Λονδίνο, στο Θέατρο Aldwych, στο πλαίσιο του θεατρικού φεστιβάλ World Theatre Season, την 20η Απριλίου 1965 και εν συνεχεία στο Ωδείον Ηρώδου του Αττικού, στο Φεστιβάλ Αθηνών, την 21, 24 και 25 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς.
Για τη μουσική των «Περσών», που αφορούσε ηθοποιούς, χορό, ορχήστρα και μαγνητοταινίες υπάρχουν διάφορες πληροφορίες.
Κριτικές δηλαδή του Γιώργου Λεωτσάκου, κάποιες γραπτές μαρτυρίες (από τον Κουν κ.ά.), το σχετικό κεφάλαιο στο βιβλίο της Anna-Martine Lucciano «Γιάννης Χρήστου – Έργο και προσωπικότητα ενός έλληνα συνθέτη της εποχής μας» [Βιβλιοσυνεργατική, Αθήνα 1987], αλλά και ορισμένα δημοσιευμένα ηχητικά αποσπάσματα, ικανά πάντως, όλα, να μεταδώσουν τη βεβαιότητα ενός αριστουργήματος.

Η συνέχεια εδώ..

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

MILI BERMEJO & DAN GREENSPAN

Δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να παρουσιάζουμε σύγχρονες τζαζ παραγωγές από το Μεξικό. Μάλλον είναι, τώρα, η πρώτη φορά.
Η αναφορά μας λοιπόν για το άλμπουμ Arte del Dúo [Ediciones Pentagrama, 2016] της τραγουδίστριας Mili Bermejo και του κοντραμπασίστα Dan Greenspan, που τυπώθηκε εσχάτως από τη μεξικάνικη εταιρεία Endiciones Pentagrama. Μπορεί η Bermejo να μην είναι Μεξικάνα (είναι γεννημένη στο Μπουένος Άιρες, αλλά μεγάλωσε στην Πόλη του Μεξικού), ούτε βεβαίως ο Greenspan (είναι Αμερικανός), όμως η παραγωγή προέρχεται από τη χώρα τής Κεντρικής Αμερικής κι αυτό είναι που, εδώ, μετράει…
Φωνή και κοντραμπάσο δεν είναι κάτι πρωτόφαντο στην τζαζ δισκογραφία, δεν είναι όμως και κάτι συνηθισμένο. Χρειάζεται ψυχική ταύτιση και επικοινωνία, και βεβαίως ιδιαίτερη τεχνική μεταξύ των συμβαλλομένων μουσικών προκειμένου το αποτέλεσμα να μην «κρεμάει», καθώς στην περίπτωσή μας έχουμε από την μια μεριά τη φωνή και από την άλλη ένα όργανο που παίζει, στα περισσότερα tracks, μόνον απλές νότες (δεν μελωδεί). Όχι εύκολα πράγματα δηλαδή, που χρήζουν μεγάλης προσοχής όταν καταγράφονται στη δισκογραφία. Δεν χρειάζεται να πούμε πως οι Bermejo και Greenspan είναι μουσικάρες, μιας και το “Arte del Dúo” δεν είναι απλώς και μόνον πλήρες (ως άκουσμα), είναι και απολαυστικό.
Τούτο, δε, διαπιστώνεται σε tracks όπως τα “Equipaje” (Juan Quintero) και “Cambalache” (E. Santos Discépolo). Βασικά πρόκειται για tango κομμάτια, στα οποία οι δύο μουσικοί (στο δεύτερο κομμάτι ο Greenspan παίζει μπάσο με δοξάρι), αποδεικνύονται ασυναγώνιστοι. Όπως ασυναγώνιστοι είναι και στο “Candombe para Gardel, σύνθεση του Αφρο-ουρουγουανού Rubén Rada, στο οποίον η Bermejo συναγωνίζεται τον αμερικανό συνοδοιπόρο της σε ρυθμικό… εξοπλισμό (scat singing και τα λοιπά).
Ένα απλό, απλούστερο δεν γίνεται, συνεργατικό σχήμα, είναι αυτό των Bermejo-Greenspan, το οποίο συνδυάζει στον υψηλότερο βαθμό ενοργανική λιτότητα και εκφραστική πληρότητα.
Επαφή: www.artedelduo.com

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

YISHAK BANJAW το νέο LP της Teranga Beat

Αυτός ο δίσκος είναι από τα άγραφα. Εννοώ από ’κείνους τους δίσκους που δεν περιμένεις ποτέ να κυκλοφορήσουν από μιαν εταιρεία – ελληνική, όπως η Teranga Beat, ή όχι. Κι αυτό, γιατί οι συμπτώσεις που πρέπει να συμβούν για να γίνει η δουλειά είναι από αυτές που δεν «κάθονται». Τουλάχιστον εύκολα. Τα εξηγεί αναλυτικά στο innersleeve ο Αδαμάντιος Καφετζής (της Teranga Beat) πώς δηλαδή ανακάλυψε τις ηχογραφήσεις του Yishak Banjaw, μέσω του φίλτατου σκαπανέα των weird «μουσικών του κόσμου» Θανάση Μουτσόπουλου, και πώς από ’κει προχώρησε στην ανεύρεση τού χαμένου Banjaw, στην πατρίδα του την Αιθιοπία.
Το αποτέλεσμα με λίγα λόγια είναι αυτό το LP, το “Love Songs Vol.2”, που είναι το πρώτο στην καριέρα τού 64χρονου, σήμερα, αιθίοπα κιμπορντίστα.
Για να δούμε λίγο από την ιστορία, όπως την αφηγείται ο ίδιος ο Banjaw.
«Γεννήθηκα στην Αιθιοπία» μας λέει ο Banjaw «και η μουσική είναι το μόνο πράγμα που ξέρω να κάνω. Άρχισα να παίζω πλήκτρα τον Απρίλη του ’75, όταν ήμουν 23 ετών, και πήγα στην Ερυθραία να δουλέψω ως μουσικός. Συνήθιζα να παίζω πιάνο στην Αντίς Αμπέμπα, αλλά όταν πήγα στην Ασμάρα έστριψα στα keyboards. Ήταν σκληρά τα πράγματα στην Ερυθραία, τότε (1974-1991), λόγω του εμφυλίου πολέμου, αλλά, τέλος πάντων, επιβίωσα».
Για να συνεχίσει ο Banjaw
«Αποφάσισα να ηχογραφήσω εκείνες τις δύο κασέτες, τα “Love Songs Vol.1” και “Vol.2”, το 1986. Είχα κλασικό μουσικό background κι έτσι γνώριζα τι αίσθημα έπρεπε να βγάζει η μουσική μου, αποφασίζοντας να κινήσω μόνος μου όλες τις διαδικασίες, επειδή δεν μπορούσα να βρω, τότε, μπάντα που να ήταν ικανή για να υποστηρίξει όσα είχα στο νου μου – ασχέτως αν, στην πορεία, έπαιξα τα “Love Songs”, που στηρίζονταν κατά βάση σε παραδοσιακά θέματα, και με διάφορα σχήματα. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ένας φίλος από την Ερυθραία, που τώρα ζει στην Αμερική, μου νοίκιασε, για ένα ευτελές ποσό, ένα μικρό Casio για παιδιά… και κάπως έτσι αποφάσισα να γράψω αυτά τα τραγούδια μ’ εκείνο το καινούριο για μένα όργανο μέσα σε τρεις ώρες, το “Vol.1” και σε ακόμη λιγότερες το “Vol.2”. Ηχογράφησα τις κασέτες στην Ασμάρα, για να κυκλοφορήσουν από το Axum Music Shop πριν 30 χρόνια ακριβώς. Μέχρι σήμερα έχω τυπώσει εφτά “τόμους”, αλλά μόνον ο “πρώτος” και ο “δεύτερος” αποδίδονται με Casio».
Πώς ηχούν τα “Love Songs”; Συχνά σαν ν’ ακούς… ethiopiques περασμένα σ’ ένα keyboard (και πιο συγκεκριμένα σ’ ένα απλό-απλούστατο Casio). Ο Yishak Banjaw παίζει τις μελωδίες, όσο πιο λιτά γίνεται, ενώ και το υποτυπώδες ρυθμικό τμήμα βοηθάει ώστε το πράγμα να έχει μια minimum βάση στήριξης. Το ωραίο είναι πως σε ορισμένες περιπτώσεις μερικά «περάσματα» μπορεί να θυμίσουν Farfisa παλαιού ελληνικού λαϊκοδημοτικού ή πανηγυριού, όπως π.χ. στο “Ageren ayehuwat” (το οποίο προς το τέλος του ροκάρει αγρίως). Ωραίο είναι και το “Fikrehoy temekeri”, πάντα από την πρώτη πλευρά, που παίζει με τις κλίμακες, και που, αν εξαιρέσεις το beat, έχει ήχο κάπως seventies, με το “Segno sra allebign”, που κλείνει την Side A, να περνιέται και για «ρεγκάκι».
Φυσικά και η δεύτερη πλευρά έχει ενδιαφέροντα tracks, με πρώτο ανάμεσά τους το σουδανέζικο “Yadah”. Η κλήση παίζεται με «ψευτοχάμοντ», ενώ η απόκριση με «ψευτοφάζ», με τα δύο αυτά αλληλοσυμπληρούμενα passages να είναι καρφωμένα πάνω σ’ ένα minimal ρυθμικό υπόστρωμα. Είναι μαγκιά (δεν λέω ικανότητα) να το κάνει όλο αυτό ένας άνθρωπος, μόνος του, στον Τρίτο Κόσμο, το 1986. Εξαιρετικό είναι επίσης και το έσχατο “Engudaye nesh”, με τη μελωδία σε moody ethiopiques στυλ να κυριαρχεί.
Το “Love Songs Vol.2”του Yishak Banjaw είναι ένα άλμπουμ μοναδικό στο είδος του. Με τη διαφορά, όμως, πως και το «είδος», εδώ, είναι μοναδικό.
Επαφή: www.terangabeat.com
  

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

RADÍM HLADIK (1946-2016)

Ο Radím Hladik υπήρξε από τους σημαντικότερους συνθέτες-κιθαρίστες του παλαιού τσεχοσλοβακικού rock. Τόσο με τους Matadors, το γκρουπ με το οποίο απογείωσε το τσέχικο beat στα sixties, όσο και με τους Blue Effect από το 1969 και μετά (ή Modrý Efekt από τα μέσα των seventies και μετά), που κινήθηκαν σε progressive κατευθύνσεις, ο Radím Hladik δεν έλειψε ποτέ από τη σκηνή έως και τον πρόσφατο θάνατό του (4 Δεκεμβρίου 2016). Το δισκορυχείον προτείνει στους φίλους τού ροκ ν’ ακούσουν οπωσδήποτε το άλμπουμ του Hladik με τους Matadors [Supraphon, 1968], που αποτελεί κορυφαίο δείγμα «σοσιαλιστικού ροκ» (στα sixties) και ακόμη τα έξοχα LP με τους Blue Effect “Meditace” [Supraphon, 1970], “Coniunctio” [Supraphon, 1970], “Nová Syntéza - New Synthesis” [Supraphon, 1971] και “Kingdom of Life” [Supraphon, 1972].
Αυτή τη στιγμή έχω ρίξει στο πικάπ ένα παράξενο άλμπουμ, που έχει τίτλο “Night Club ’67” [Supraphon SUA ST 53834, 1967] και που περιλαμβάνει εγγραφές των Olympics, των Mefistos, των Matadors, της Karel Duba Orchestra και της Ferdinand Havlík Orchestra. Το λέω «παράξενο» γιατί συνδυάζει δυνατό beat, με jazz και easy listening. Προφανώς στα τσεχοσλοβακικά κλαμπ του ’60 ακούγονταν όλα αυτά μαζί – όπως και στα δικά μας εξάλλου, άρα μπορεί να μην είναι και τόσο… παράξενο.
Αξίζει επίσης να πω πως, από εδώ, το περίφημο “Get down from the tree” των Matadors ακούγεται σε διαφορετικό remix από το LP, ενώ μνεία πρέπει να γίνει τουλάχιστον σ’ ένα ακόμη κορυφαίο instro track, στο “Im cominhome baby” με τους Mefistos, που είχε τραγουδήσει (γιατί ήταν τραγούδι) ο Mel Tormé το 1962.
Ψάξτε το «σοσιαλιστικό ροκ» τής Τσεχοσλοβακίας και μην ακούτε τους άσχετους και τους βλάκες, που μιλάνε για απαγορεύσεις και αηδίες… 
 

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

BIRTHDAY KICKS & SCREAMING DEAD BALLOONS

Η Vault Records είναι μία καινούρια ελληνική ετικέτα, καθώς δραστηριοποιείται από το καλοκαίρι (που μας πέρασε). Μέχρι σήμερα έχει τυπώσει δύο split 45άρια και έπεται συνέχεια. Το πρώτο αφορούσε στα «μεταλλικά» συγκροτήματα Sadhus. The Smoking Community και Agnes Vein, ενώ το δεύτερο, υπό τον τίτλο Free Entry, στα ροκάδικα (με τις όποιες επιμέρους διαφορές τους) Birthday Kicks και Screaming dEAD Balloons. Πριν, όμως, πούμε κάτι για τις διαφορές (τους), ας γράψουμε για μια βασική... ομοιότητα. Και τα δύο γκρουπ προέρχονται από τη Λάρισα. Μάλιστα, για τους Screaming dEAD Balloons είχαμε γράψει πριν λίγο καιρό (εδώ στο δισκορυχείον) πολύ επαινετικά λόγια.
Πρώτη πλευρά στο δισκάκι το “She talks to rainbows” με τους Birthday Kicks – τέσσερα παιδιά που παίζουν κιθάρες (2), μπάσο, ντραμς και τραγουδούν. Το κομμάτι αποτελεί διασκευή στο ωραίο πρωτότυπο των Ramones (από το “¡Adios Amigos!” του 1995) και αποδίδεται αρκετά καλά. Τη διαφορά την κάνουν, βασικά, τα φωνητικά που είναι αγέρωχα, βγαίνοντας σωστά «μπροστά», ενώ όλο το υπόλοιπο setting λειτουργεί άψογα, στο πλαίσιο μιας απλής-μεστής ροκ παραγωγής.
Καλή συνέχεια να ευχηθούμε στους Birthday Kicks, που έχουν, εξ όσων είδα στο discogs, και πρόσφατο LP.
Όπως είχαμε γράψει τον προηγούμενο Φλεβάρη:
«Οι Screaming dEAD Balloons είναι από τη Λάρισα, σχηματίστηκαν το 2012, έχουν δύο δισκογραφικές εξόδους έως τώρα, ενώ παίζουν συνεχώς live… κυρίως από τη μέση της Ελλάδας και πάνω, όπως διαπίστωσα και από το facebook (έχουν εμφανιστεί φυσικά και στην Αθήνα). Όσον αφορά στα δισκογραφικά μετράμε το LP τους “Screaming Dead Balloons” [Private] από τον Φλεβάρη του ’14, και βεβαίως το 10ιντσο “Banana Blue” [Private/ Β-otherSide] από τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς».
Τρίτη εμφάνιση των Screaming dEAD Balloons στη δισκογραφία, λοιπόν, με το τραγούδι τους “Last minute hero” και με τη γνωστή θα πω line-up τους (Ιωάννης Πισπιρίκος φωνή, κιθάρες, Διονύσης Ντάλλας μπάσο, Πάνος Λιακάκος ντραμς), που έχει δώσει αληθινά ώριμες ηχογραφήσεις.
Το νέο τραγούδι τους δεν είναι απ’ αυτά, που θα μπορούσε να σβήσει από τη μνήμη μου το δεκάιντσο, δεν παύει, όμως, να είναι ένα γερό, ώριμο, σκληρό track (που αρχίζει και τελειώνει στο πι και φι) από μια μπάντα που ροκάρει με έπαρση – κάτι που φαίνεται τόσο στα (πάντα… αριστοκρατικά) φωνητικά τού Πισπιρίκου, όσο και στο ρυθμικό τμήμα που κρατάει το ρόλο του με γνώση – εν πάση περιπτώσει. 

ΠΕΤΡΟΣ ΦΥΣΣΟΥΝ (1933-2016)

Το «Φρουρά στο Ρήνο» της Lillian Hellman, σε μετάφραση Μέλπως Ζαρόκωστα, ανέβηκε στο θέατρο Όρβο από τον θίασο του Πέτρου Φυσσούν την 23η Σεπτεμβρίου 1972

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

SISSI RADA πράγμα

Δεν ξέρω πόσοι είχαν πάρει χαμπάρι την Sissi Rada από ένα προηγούμενο split LP της – εγώ, πάντως, όχι. Αναφέρομαι στο άλμπουμ “Personæ / List-en” [Private, 2013], το οποίο μοιραζόταν μαζί με τα ΦΥΤΑ και τον Αλέξανδρο Δρόσο. Τώρα ήρθε ο καιρός, ως φαίνεται, και για ένα αποκλειστικώς προσωπικό άλμπουμ τής ελληνίδας τραγουδοποιού – ένα άλμπουμ που θα μας δώσει το χώρο, φρονώ, ώστε ν’ αντιληφθούμε περισσότερα για την περίπτωσή της.
Η Sissi Rada –και είναι η πρώτη σκέψη αυτή που έρχεται στο μυαλό μου– κάνει ένα άλμπουμ κάπως… αλλόκοτο. Εννοώ πως το Pragma [Inner Ear, 2016] δεν περιγράφεται εύκολα – κάτι που δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό, αναγκαστικώς. Υπάρχουν τραγούδια που ηχούν κάπως αλλοπρόσαλλα και όσον αφορά στις παραπομπές τους, αλλά και στο πώς διαμορφώνονται ενορχηστρωτικώς. Επίσης, σαν τραγούδια, τα τραγούδια της Sissi Rada δεν ακολουθούν μια «κατανοητή» γραμμή ανάπτυξης, καθώς εμφανίζουν αναπάντεχα «κοψίματα» και αλλαγές στα tempi ή τις μελωδικές γραμμές. Αυτή η μεταβλητότητα των τραγουδιών έχει περάσει, μάλιστα, και στους στίχους, όπου κι εκεί παρατηρούνται κάποιες αυτοματικές καταστάσεις, με τη χρήση λογοπαιγνίων κ.λπ. Μερικά ονόματα που μου έρχονται κάπως άμεσα στο νου, ακούγοντας την πρώτη πλευρά τού LP τής Sissi Rada είναι η Lene Lovich και η Kate Bush, χωρίς τούτο να σημαίνει πως υπάρχουν εντελώς προφανείς αναφορές – έτσι, απλώς, το λέω.
Η Sissi Rada, που τραγουδά και παίζει άρπα, επιχειρεί να συνενώσει σ’ ένα… πράγμα ετερόκλητα μουσικά στοιχεία. Την electro-pop του ’80 φερ’ ειπείν, μ’ ένα κάποιο rock, με κάποια classic «δωματίου» ακούσματα, με την folk μπαλάντα… και συχνά, όλα τούτα σκεπασμένα από μια κατευθυνόμενη «παιδικότητα». Άλλοτε λειτουργεί πολύ καλά αυτό το σχέδιο (“Elevator”, “Little white boat”, “Judy Garland”), άλλοτε λιγότερο.
Κι ενώ η πρώτη πλευρά στο “Pragma” ξεκινάει κάπως παγερά, για να πιάσει θερμότερες κλίμακες μετά τη μέση, στη δεύτερη πλευρά έχουμε κάτι άλλο. Δείγμα κι αυτό, αν θέλετε, των… ανατρεπτικών, πώς να τις πούμε αλλιώς, καταστάσεων στις οποίες αρέσκεται η τραγουδοποιός. Έτσι λοιπόν το “Your laptop”, που ανοίγει την side B, είναι ένα folk κομψοτέχνημα (σίγουρα το ωραιότερο αγγλόφωνο κομμάτι του LP), που θα μπορούσε να συναγωνιστεί τα καλύτερα tracks (και να βγει κερδισμένο) του “Parallelograms” (1970) της Linda Perhacs. Στο “Batman” που ακολουθεί η Rada επιχειρεί να γράψει ελληνικό στίχο. Το κομμάτι έχει ενδιαφέρον, θυμίζοντας έντονα τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης». To ίδιο ενδιαφέρον έχει όμως και το το “Seirinas” με την Sissi Rada να διαβάζει τα (ελληνικά) λόγια της, πάνω από ένα minimal airy υπόστρωμα (με την άρπα της να πρωταγωνιστεί), όπως, βεβαίως, και το τελευταίο τραγούδι τού LP, η “Sousourada”, που κλίνει ακόμη περισσότερο προς το παλαιό folk των βρετανικών νησιών (εδώ βιολί, recorder και άρπα πρωταγωνιστούν).
Δεν μπορώ να βγάλω ένα γενικό συμπέρασμα για το “Pragma”. Νομίζω, όμως, πως οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του, έτσι όπως τις περιγράψαμε παραπάνω, αξίζει να προσεχθούν από την τραγουδοποιό και να γίνουν πιο βαθιές…
Επαφή: www.inner-ear.gr
 

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

KEN SCHAPHORST BIG BAND

Συνθέτης, bandleader, τρομπετίστας και ακόμη δάσκαλος στο New England Conservatory, o Ken Schaphorst προτείνει με το “How to Say Goodbye” [JCA Recordings, 2016] ένα ωραίο άλμπουμ «μπιγκμπαντικής» τζαζ, αποδίδοντας, κατά πρώτον, φόρο τιμής σε δύο μουσικούς που τον επηρέασαν στην πορεία της ζωής του, τον επίσης τρομπετίστα και διακεκριμένο δάσκαλο, Herb Pomeroy και ακόμη στον θρύλο του τρομπονιού Bob Brookmeyer. Παρότι, εδώ, ο Schaphorst δεν διασκευάζει συνθέσεις ούτε του ενός ούτε του άλλου εντούτοις τα δικά του παιξίματα στην τρομπέτα, όπως και οι ενορχηστρώσεις του στα πνευστά, δεν μπορεί παρά να αναφέρονται σ’ εκείνους. (Δεν είναι τυχαίο, ας πούμε, πως η μπάντα του διαθέτει τέσσερις τρομπονίστες, οι οποίοι πρωταγωνιστούν στις περισσότερες των συνθέσεων).
Το άλμπουμ, και πρέπει να το σημειώσουμε αυτό από την αρχή, ευτυχεί να έχει παικταράδες. Κοινώς, έπαθα μια μικρή πλάκα διαβάζοντας τα ονόματα των οργανοπαικτών τής big band, αφού ανάμεσά τους συναντά κανείς τους DonnyMcCaslin & Chris Cheek τενόρο, τον Brian Landrus βαρύτονο και μπάσο κλαρίνο, τον Michael Thomas άλτο, σοπράνο και κλαρινέτο, τον Uri Caine πιάνο, τoν Matt Wilson ντραμς κ.ά. Όλα αυτά τα first class ονόματα (με τις σημαντικές συνεργασίες και τις προσωπικές δισκογραφίες) λύνουν και δένουν στο “How to Say Goodbye”, προσφέροντας ώριμες στιγμές τζαζ γούστου.
Όλες οι συνθέσεις, κάνοντας αρχή από την φερώνυμη 8λεπτη εισαγωγική, δείχνουν (φυσικά θα πω) την παιδεία και τη γνώση της τζαζ ιστορίας τού Schaphorst, ο οποίος εμφανίζει ένα έξοχο deep-rooted υλικό, συχνά με επεκτάσεις προς τις μουσικές του κόσμου. Προς αυτό μαρτυρούν κομμάτια όπως το “Amnesia” (ένα συναρπαστικό μελωδικό track με υπαινιγμούς από Astor Piazzolla, ή και Gato Barbieri αν θέλετε, με το άλτο να αντικαθιστά επαξίως το μπαντονεόν) ή το “Mbira 2” με τις afro ρυθμολογίες και κυρίως με το μαγικό σκόρπισμά τους μέσα στο κυρίως τζαζ σώμα.
Μία άλλη σύνθεση του Ken Schaphorst που χρήζει προσοχής είναι η 6λεπτη “Take back the country”, στην οποίαν οι επιρροές από Bob Brookmeyer είναι πιο εμφανείς από κάθε άλλη φορά. Μία απλή, ωραία και κάπως folky μελωδία μετασχηματίζεται συν τω χρόνω σε κάτι σουινγκάτο, με έξοχα breaks από τις πνευστές συστάδες (σαξόφωνα, τρομπέτες, τρομπόνια).
Επιστημονικό άλμπουμ το “How to Say Goodbye”, το οποίον όμως δεν χάνει ποτέ το στόχο του. Να προσφέρει απολαυστικές τζαζ στιγμές.
Επαφή: www.necmusic.edu