Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

ΑΝΑΠΛΟΥΣ κάτι από το χθες και μαζί λίγα λόγια για την πιο πρόσφατη δουλειά τους

Για τους Ανάπλους είχα γράψει πρώτη φορά τον Ιούλιο του 2009 στο #196 τεύχος του Jazz & Τζαζ. Μερικά από ’κείνα τα λόγια έχουν νόημα να αναπαραχθούν. Να λοιπόν…
Ελληνικό συγκρότημα, με στίχο ελληνικό, που να υιοθετεί μία (ανάμεσα σε άλλες) garage-punk αισθητική δεν είναι κάτι σύνηθες. Δεν ήταν σύνηθες ούτε στα sixties, στο πρώτο εγχώριο ξέσπασμα, δεν ήταν σύνηθες ούτε στην πρώτη αναβίωση στα μέσα του ’80, δεν είναι σύνηθες ούτε σήμερα. Ιδίως σήμερα, όταν η αγγλική γλώσσα «πάει πακέτο» με το... ανεξάρτητο όραμα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Υπάρχουν εξηγήσεις, πέραν των γνωστών και τετριμμένων περί μη «συμβατότητας» της γλώσσας μας με τις rock ρυθμολογίες και τ’ ανάλογα. Βασικά, η αιτία έχει να κάνει με την περιφρούρηση της διαφορετικότητας του χώρου, με το κόψιμο κάθε δεσμού μ’ εκείνο που ονομάζουμε «έντεχνο ελληνικό τραγούδι», το οποίον μπορεί να τυγχάνει και ροκ ή «ροκ» συχνότατα. Έτσι λοιπόν ενώ, κατά βάθος, υπάρχει η ανάγκη για τη δημιουργία ενός ελληνικού-ελληνικού indie άσματος, ορισμένοι, πολλοί, σχεδόν όλοι, μοιάζει να περιμένουν τον πλήρη ενταφιασμό τού... καθομιλουμένου στίχου, προκειμένου να επέμβουν. Τι θα συμβεί τότε; Δεν ξέρω. Πάντως το καλάθι θα είναι μικρό... Πάμε όμως στους... διαφωνούντες, στην περίπτωσή μας, όπως είναι οι Αθηναίοι Ανάπλους.
Το συγκρότημα, που υπάρχει εδώ και λίγα χρόνια (σ.σ. μετράμε από το 2009 και πίσω), κατέθεσε προσφάτως το παρθενικό του άλμπουμ. Η «Ανοσία» [Anazitisi] περιέχει 12 τραγούδια κι ένα ορχηστρικό, όλα σε μουσικές και στίχους των μελών του σχήματος (Σωκράτης Παπασωτηρίου φωνητικά, Γιάννης Λαδιάς κιθάρα, Παναγιώτης Κορκολής πλήκτρα, Πάρις Λέριος ντραμς, Θανάσης Ραχούτης μπάσο).
Ακούγοντας το άλμπουμ των Ανάπλους έχω την αίσθηση πως, από μουσικής πλευράς, υπάρχει μία μετατόπιση από περισσότερο garage ηχοχρώματα στην αρχή, προς περισσότερο punky κατά το τέλος (αισθητικώς κοντά στις Τρύπες – το τραγούδι τους «Στην άλλη πλευρά» τούς θυμίζει πολύ), λίγο πριν το κλείσιμο με το instroDesert”, τα ξεσπάσματα του οποίου βγάζουν μια... ψυχεδελικότητα. Σκληρές, εν γένει, φόρμες, πάνω στις οποίες πατάνε τα «άρρωστα» λόγια. Δείγμα: «αδέσποτες οι λέξεις/ μου τρων’ τα σωθικά/ και οι άρρωστές μου σκέψεις/ γυρεύουν γιατρειά» και «ώσπου να κλείσεις το ένα βλέφαρο/ σε χώρα άγνωστη ξεχνιέσαι/ βρέχει γυαλιά, χιονίζει σίδερα/ μα τι σε κάνει να γελάς/ αναρωτιέσαι».
Θυμός λοιπόν, οργή στα όρια της απόγνωσης, δυσφορία για έναν τρόπο ζωής που επιβάλλεται άνωθεν, αλλά ταυτοχρόνως και αδυναμία να ξεπεραστούν τα ζόρια, αφού η παγίδα διαθέτει γερές δικλείδες ασφαλείας. Είναι τόσο χάλια η κατάσταση; Μπορεί και περισσότερο. Εξαρτάται από το τι είσαι, πού είσαι, ποιος είσαι... Οι Ανάπλους δεν κρύβονται, είναι σίγουρο. Μπορεί να τα λένε κάπως «χοντρά», μπορεί να τους λείπει το... καλλιτεχνικό τακτ, όμως είναι «διαβασμένοι» στις μουσικές τους και ειλικρινείς στα λόγια τους, κι αυτό αρκεί. Σε πρώτη φάση…
Από ’κείνη την πρώτη φάση σειρά έχει, σήμερα, η δεύτερη…
Λέμε πια για την πιο πρόσφατη δουλειά των Ανάπλους, που έχει τίτλο «Στο Όνειρό μου» – ένα καλογραμμένο CD-R με εννέα tracks και εντελώς λιτό στις πληροφορίες του («στο “Χωρίς να βλέπεις” τραγουδάει η Φλώρα Ρουμπάνη», «τους στίχους του “Raymond Queneau έγραψε ο Ηλίας Ξανθάκος», «το εξώφυλλο βασίζεται σε πίνακα του Θανάση Ραχούτη», «επιμέλεια εικαστικού Πολυτίμη Διαμαντοπούλου»… αυτά είναι όλα).
Το συγκρότημα ροκάρει συχνά με κάποιες sixties και άλλοτε με eighties αναφορές (το λέω σε σχέση με τη χρήση των keyboards είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση), αλλά γενικώς με σημερινό πρόσωπο και με σαφείς κοινωνικές αγωνίες (στα λόγια). Οι επιρροές από Τρύπες και Ξύλινα Σπαθιά είναι επίσης διακριτές, αν και σε κάθε περίπτωση σωστά αφομοιωμένες.
Τα ωραιότερα τραγούδια του CD-R των Ανάπλους είναι το εισαγωγικό «Επιστροφή», το «Zombie», το «Κάτω από τη γλώσσα» και το «Βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα (Γυναίκα δολοφόνος)», δίχως να υστερούν κατά πολύ και τα υπόλοιπα. Θέλω να πω πως οι Ανάπλους είναι ένα πολύ καλό γκρουπ, που με κάποιες επιμέρους βελτιώσεις θα έφτανε μακρύτερα. (Η δική μου γνώμη είναι πως τα πλήκτρα χρειάζονται παντού, πως τα πιο σκληρά κομμάτια δεν είναι το φόρτε τους και πως μια συγκροτημένη παραγωγή θα αναδείκνυε ακόμη πιο πολύ το υλικό τους). Τι απαιτείτε μετά απ’ όλα αυτά; Απλώς… κάποιος να τους εμπιστευτεί.

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

BLUES REVIVAL 34: BLIND WILLIE McTELL (1898 ή 1903-1959)

Γράφοντας για τον Blind Willie McTell θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως αναφερόμαστε σ’ ένα μέγιστο όνομα της ιστορίας του blues. Οπωσδήποτε επρόκειτο για έναν πραγματικό λαϊκό ποιητή, για έναν έξοχο τραγουδιστή και σίγουρα για έναν διακεκριμένο κιθαρίστα (έπαιζε 12χορδη κιθάρα), για πολλούς ο μεγαλύτερος, που ανέδειξε ποτέ η λαϊκή μούσα στην Αμερική.
Έχουν γραφτεί πολλά για τον Blind Willie McTell, τα βιογραφικά στοιχεία αφθονούν σε όλες τις εγκυκλοπαίδειες (έντυπες και ηλεκτρονικές), όπως άφθονες είναι και οι εκδόσεις με το προπολεμικό υλικό του, το οποίο βρίσκεται πλέον συγκεντρωμένο στους καταλόγους της Yazoo, της Document, της Columbia ή της Wolf.
Εξετάζοντας όμως την περίπτωσή του σε σχέση με το θέμα μας, το blues revival δηλαδή, οφείλουμε να μεγεθύνουμε στις εγγραφές που παρουσίασε στη δεκαετία του ’50, την εποχή, εννοούμε, που επανήλθε στις ηχογραφήσεις, αποτελώντας έναν από τους πρώτους ήρωες της επανάκαμψης. Αυτό βεβαίως ειπώθηκε αργότερα, γιατί όταν το έσχατο άλμπουμ τού McTell έγινε γνωστό, το 1961, ο ίδιος ήταν απών, ώστε να μπορέσει να το στηρίξει και να το επεκτείνει.
Η πρώτη φορά που μπήκε στο στούντιο ο Blind Willie McTell μετά τον πόλεμο ήταν το 1949, τον Οκτώβριο, όταν έπαιξε κιθάρα σ’ ένα 78άρι του Curly Weaver και κυρίως τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, όταν έκανε ένα ολόκληρο session για την Atlantic, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1972 (εκείνη την εποχή τυπώθηκαν μόνο τα τραγούδια “Broke-down engine blues / Kill it, kid”, σ’ ένα 78άρι του 1950 υπό το όνομα Barrelhouse Sammy). Το 1950 θα γράψει, μάλιστα, κι άλλο υλικό, μαζί με τον Curly Weaver, για την Regal, που θα γίνει γνωστό, και αυτό, πολλά χρόνια αργότερα. Επί της ουσίας δηλαδή τον είχαν για ξοφλημένο… και κάπως έτσι, απογοητευμένος από την ανυπαρξία αναγνώρισης και σε απόλυτη σχεδόν ένδεια, ο Blind Willie McTell θα φύγει από τη ζωή τον Αύγουστο του 1959 σε κάποιο νοσοκομείο της Georgia.
Όταν έσκασε η είδηση στα σχετικά κυκλώματα ένας blues fan, ονόματι Jan Cox, επικοινώνησε με τον Sam Charters ρωτώντας τον αν τον ενδιέφεραν πληροφορίες για τους bluesmen της Atlanta. Ο Charters ζήτησε να μάθει αν υπήρχε κάτι σημαντικό για τον Blind Willie, το όνομα του οποίου ξανακουγόταν μετά θάνατον στην πιάτσα. Ο Cox φαίνεται πως είχε ρίξει τη… χρυσή πληροφορία. Κάποιος Ed Rhodes που διατηρούσε δισκοπωλείο στην Atlanta, λυπούμενος προφανώς τον απελπισμένο μουσικό δέχθηκε να τον ηχογραφήσει προς τον Σεπτέμβριο του ’56. Η ιστορία έχει αξία, υπάρχει στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ και του CD και δεν γίνεται εδώ και τώρα να την αναπτύξουμε. Το σίγουρο είναι ένα. Η φωνή του θρύλου μουσικού εμφανίζει μια σχετική κόπωση (όχι σπουδαία πράγματα), τα χέρια του όμως «κεντάνε». Το “Last Session” είναι ένα συγκλονιστικό άλμπουμ!
Δισκογραφία
1. Last SessionPrestige / Bluesville BVLP 1040 – 1961

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ / ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ πειραματικοί ήχοι από το χθες σε δύο σχετικώς πρόσφατες εκδόσεις – ένα παλαιότερο κείμενο από το περιοδικό Μετρονόμος

Ο Κωστής Δρυγιανάκης είναι ένας γνωστός πειραματιστής και διεκπεραιωτής ήχων. Από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80 έως και σήμερα ασκείται με καταφανές πάθος σ’ αυτούς τους «δύσκολους» χώρους, προτείνοντας νέες (τουλάχιστον για τα δικά μας δεδομένα) προσεγγίσεις της ηχητικής και μουσικής πραγματικότητας.
Εσχάτως δύο εκδόσεις έρχονται να ρίξουν φως στo ξεκίνημα των δραστηριοτήτων του, βασικά με το σχήμα Οπτική Μουσική. Η πρώτη αφορά στο 2CD/βιβλίο «Τα Πρώτα Λόγια / Ηχογραφήσεις 1984-1987» [Hxoi Kato Apo To Spiti/ More Mars/ Noise-below, 2017] και η δεύτερη στην κασέτα «λίθον, ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες» [noise below, 2017] επίσης με ηχογραφήσεις της ίδιας εποχής.
Εδώ να υπενθυμίσουμε πως η Οπτική Μουσική (με έδρα πάντα το Βόλο) είχε ηχογραφήσει στην πρώτη φάση της ζωής της, στη δεκαετία του ’80, ένα LP, το «Τόμος 1» [Άλλη Πόλη, 1987], καθώς κι ένα CD μερικά χρόνια αργότερα, το «Τόμος 2» [Ίαμβος, 1994]. Τώρα, αυτό το αρχειακό υλικό έρχεται να συμπληρώσει το παζλ ενός σχήματος, μιας πλατφόρμας καλύτερα, που απέκτησε μιαν «άλλη» διάσταση, ένα «άλλο» στάτους μέσα στα χρόνια.
Όλα ξεκινούν από την καταγραμμένη τάση για επιστροφή στο ηχογραφικό παρελθόν – όχι μόνο μέσα από τις επανεκδόσεις των παλαιών άλμπουμ, αλλά και από το ενδιαφέρον για προβολή του ακυκλοφόρητου υλικού. Στο χώρο της ελληνικής πειραματικής μουσικής αυτό το ενδιαφέρον είναι μεγάλο για δύο, κυρίως, λόγους.
Ο πρώτος έχει να κάνει με την αύξηση του ζήλου για την πειραματική μουσική, γενικότερα. Δεκάδες μουσικοί, βασικά εικονοκλάστες, εκμεταλλεύονται τη σύγχρονη τεχνολογία, προκειμένου ν’ αναπτύξουν τις απόψεις τους πάνω στην ηχητική διευθέτηση. Πάμπολλα labels, diy (do it yourself) ή λιγότερο diy, διακινούν ποικίλο υλικό σε κάθε φόρμα (δίσκοι βινυλίου, CD, κασέτες), ενώ χαμός γίνεται και με τις άυλες μορφές στο διαδίκτυο (bandcamp, soundcloud κ.λπ.).
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, κι αυτός είναι ο δεύτερος λόγος, η βουτιά στο (ελληνικό) παρελθόν μοιάζει και είναι επιβεβλημένη. Έτσι έχουν ανασυρθεί avant/ πειραματικοί/ ηλεκτρονικοί θησαυροί από το διάστημα sixties-eighties (να θυμηθούμε μόνο το έξοχο ανέκδοτο υλικό με εγγραφές του Μιχάλη Αδάμη, πριν τέσσερα χρόνια, από τις Rekem Records/ Mafia) και κάπως έτσι φθάνουμε, τώρα, στο ανέκδοτο, μέχρι τις μέρες μας υλικό, από τα υπόγεια της Οπτικής Μουσικής.
Οπτική Μουσική «Τα Πρώτα Λόγια / Ηχογραφήσεις 1984-1987» [Hxoi Kato Apo To Spiti/ More Mars/ Noise-below, 2017]
Να πούμε, κατ’ αρχάς, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια έκδοση κόσμημα. Και τούτο το λέμε όχι για να υπερθεματίσουμε έναντι του εικαστικού μέρους, αλλά για να διακρίνουμε πάνω απ’ όλα την ουσία. «Τα Πρώτα Λόγια» είναι βασικά ένα βιβλίο κάπως τετράγωνου σχήματος και εξήντα τεσσάρων άψογα τυπωμένων σελίδων, στα εξώφυλλα του οποίου (μπρος-πίσω) είναι τοποθετημένα τα δύο CD. Το περιεχόμενό τους; Εντυπωσιακό.
Ο Δρυγιανάκης καταγράφει με πάθος τις ιστορικές μέρες της μπάντας, δίνοντας συνεχείς λεπτομέρειες για κάθε σχεδόν στιγμή εκείνης της διαδρομής, σκύβοντας με σεβασμό σε πρόσωπα (συνεργάτες του) και καταστάσεις. Αυτό το κείμενο, που διαβάζεται, εννοείται και σαν ημερολόγιο, είναι, θα έλεγα, εξ ίσου σημαντικό με τις εγγραφές της Οπτικής Μουσικής – με το «νέο», σε κάθε περίπτωση, που κόμιζαν εκείνη την εποχή στη μουσική μας πραγματικότητα.
Σε τι συνίστατο εκείνο το «νέο»; Στον εκδημοκρατισμό της μουσικής πράξης. Στο γεγονός πως μουσικοί, μη μουσικοί ή λιγότερο μουσικοί (με την ακαδημαϊκή έννοια) θα μπορούσε να συμμετάσχουν επί ίσοις όροις στην ηχητική διαδικασία, δίνοντας χειροπιαστά αποτελέσματα.
Το ζήτημα το είχε περιγράψει σαφώς ο David Toop στο βιβλίο του «Ωκεανός του Ήχου/ Αιθέριες συνομιλίες, περιβαλλοντικοί ήχοι & φανταστικοί κόσμοι» [οξ υ, Αθήνα 1998] μιλώντας για τις περιπτώσεις των ξένων συγκροτημάτων AMM, MEV (Musica Elettronica Viva), αλλά και γενικότερα:
«Για τους αμερικανούς μαύρους αυτοσχεδιαστές(…) και περίπου την ίδια εποχή για τους Ευρωπαίους και λευκούς Αμερικανούς αντίστοιχούς τους, όπως οι AMM, οι Musica Elettronica Viva(…) η μερική απομάκρυνση από τα κύρια μουσικά όργανα των συναυλιών jazz και κλασικής μουσικής ήταν μια πράξη πολιτική όσο και μουσική. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και στη χωρίς ψευδαισθήσεις δεκαετία του ’70 μικρά μουσικά όργανα και μη-όργανα (ραδιόφωνα τσέπης, μικρόφωνα επαφής που ενίσχυαν ανεπαίσθητους ήχους που προέρχονταν από τραπέζια, γενειάδες, τρίφτες τυριού κ.λπ.), γίνονταν σύμβολα της προσπάθειας να εκδημοκρατιστεί η μουσική, να επιτραπεί η πρόσβαση σε ανειδίκευτους μουσικούς (συμπεριλαμβανομένων και παιδιών) να παραχθεί ήχος από τα όργανα, αντί αυτά να υποτάσσονται σε συστήματα, να επιτραπεί να συμβούν στη μουσική τυχαία γεγονότα και να δημιουργηθεί μια αίσθηση συλλογικά οργανωμένης κοινότητας, ως προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης από τον ψυχρό επαγγελματισμό, ειδικότερα από το star-system, το οποίο επηρέασε τους καλλιτέχνες τόσο της jazz όσο και της κλασικής μουσικής».
Στο ίδιο μήκος κύματος ο έλληνας συνθέτης της πρωτοπορίας Γιάννης Χρήστου σημείωνε:
«Μουσικοί και μη μουσικοί, ηθοποιοί και μη ηθοποιοί, χορευτές και άνθρωποι απλοί. Ένας οποιοσδήποτε απ’ αυτούς ή και όλοι τους μπορούν να εκτελέσουν κάποια χειρονομία, να περάσουν σε κάποια δράση, να κινηθούν είτε σχηματίζοντας μια μορφή, όπως σε κάποιο χορό, είτε έξω από τη μορφή, όπως σε μια κατάσταση της καθημερινής ζωής. Ένας οποιοσδήποτε ή και όλοι τους μπορούν να παίξουν όργανα μουσικά και μη – απλά αντικείμενα που τα χτυπούν μ’ ένα είδος μπαγκέτας ή το ένα με το άλλο ή και τα χρησιμοποιούν διαφορετικά για να βγάλουν τον ήχο τους, ή ακόμη περίπλοκες ηλεκτρονικές συσκευές που επεξεργάζονται ήχους ζωντανούς ή play-back, παράγοντας εφέ υπολογισμένα από πριν ή τυχαία: ήχους που είναι μουσικοί ή concrete ή αναπαράγουν τους συνηθισμένους ήχους της καθημερινής ζωής. Ένας οποιοσδήποτε ή και όλοι τους μπορούν να παίζουν μέσα στα πλαίσια της κατηγορίας όπου ανήκουν (πράξη) λ.χ. ένας βιολιστής που παίζει βιολί ή έξω από τα πλαίσια της κατηγορίας αυτής (μετάπραξη) λ.χ.  ένας βιολιστής που ουρλιάζει».
[από το βιβλίο της Anna-Martine Lucciano «Γιάννης Χρήστου» Βιβλιοσυνεργατική, Αθήνα 1987]
Πάνω σ’ αυτές τις βάσεις στηρίζονται ο Κωστής Δρυγιανάκης και οι φίλοι του (Γιάννης Αργυρόπουλος, Τάκης Αγριγιάννης, Αλέξης Καραβέργος, Κώστας Παντόπουλος, Κώστας Κωστόπουλος, Νίκος Ξηράκης, Κώστας Ανέστης, Ελένη Βαρουξή, Χρήστος Καλτής, Θανάσης Χονδρός), προκειμένου να δημιουργήσουν το… ρεπερτόριο της Οπτικής Μουσικής, χρησιμοποιώντας ιδιότροπα όργανα ή μη όργανα (ελεφαντάκια, γραφείο, κρεβάτι, γείωση, παιδικά πνευστά, συρτάρι, μπουκάλια, σπίρτα, μπαλόνι, σταχτοδοχείο…), μαζί με συμβατικά βεβαίως (πιάνο, κιθάρα, συνθεσάιζερ, μπάσο, φλογέρα…). Το αποτέλεσμα, έτσι όπως καταγράφεται στα δύο CD, είναι εκείνο που αναμένει ο καθείς.
Μια μουσική ρέουσα, απρογραμμάτιστη στις λεπτομέρειές της, πολλάκις και στην ουσία της, ζωντανή, πάλλουσα, γεμάτη με απροσδόκητα και εκπλήξεις και, συγκριτικά, πολύ καλά ηχογραφημένη – αν αναλογιστούμε τις συνθήκες και τις προδιαγραφές των χώρων της εποχής. Μουσική, που δεν θα την χαρακτήριζα δύσκολη για το μέσο και κάπως υποψιασμένο αυτί, που γειτνιάζει άλλοτε με τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, άλλοτε με τον πιο οργανωμένο, άλλοτε με τη σύνθεση και άλλοτε μ’ έναν συνδυασμό όλων αυτών στα μακριά σχετικά στο χρόνο tracks (στο πρώτο CD κυμαίνονται χοντρικά από τα πέντε έως δέκα λεπτά).
Όποιος έχει υπόψη του τον «Τόμο 1» της Οπτικής Μουσικής είναι σίγουρο πως θα ενθουσιαστεί με την ποιότητα και την προσφορά των κομματιών, ενώ θα εκπλαγεί και από την αισθητική αρτιότητα συνθέσεων όπως η έσχατη (από το πρώτο CD) «Πόνος μνησιπήμων», με το σύνθι του Κωστή Δρυγιανάκη και το μπάσο του Κώστα Παντόπουλου να αναπλάθουν γενναία cosmic περιβάλλοντα.
Και καθώς προχωράμε στο χρόνο, μπαίνοντας στο δεύτερο CD, που περιλαμβάνει εγγραφές της διετίας 1986-87, της τελευταίας eighties-εποχής της Οπτικής Μουσικής, αλλάζει προς το πιο… χειροπιαστό και ολοκληρωμένο και η λειτουργία-παραγωγή του γκρουπ – με τα ακόμη πιο απαιτητικά tracks να διαδέχονται το ένα το άλλο («Καταμετρήσεις χάους», «Ένα γράμμα που δεν έφυγε ποτέ», «Ο άγνωστος πεδιομάχης», «Ο κόκκινος κύκλος» κ.λπ.).
Αυτή η φάση, που είναι κάτι άλλο από εκείνη της πρώτης εποχής, έρχεται να καταγραφεί με τον πιο απαιτητικό και ουσιωδώς διεισδυτικό τρόπο, παρά τις όποιες μικρές τεχνικές ατέλειες (το ξαναλέω, για να μην το ξεχνάμε, πως πρόκειται για ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις, επιμελημένες φυσικά, που έγιναν σε πρόβες και αίθουσες, καταγραμμένες κυρίως σε κασέτες), δείχνοντας πως η Οπτική Μουσική ήταν ένα δημιουργικό σχήμα εν εξελίξει (πάντα με κινητήριο παράγοντα τον Κωστή Δρυγιανάκη), που διέκοψε τη δραστηριότητά του την πιο κρίσιμη, για ’κείνο, στιγμή.
Κωστής Δρυγιανάκης «λίθον, ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες» [noise below, 2017]
Πέραν, λοιπόν, του 2CD υπάρχει και μια κασέτα (μιας πλευράς), που την υπογράφει ο Κωστής Δρυγιανάκης και που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό σε 100 αριθμημένα αντίτυπα, από την noise below του Νικόλα Μαλεβίτση. Η κασέτα, η οποία περιλαμβάνει και αυτή ηχογραφήσεις της Οπτικής Μουσικής από την περίοδο 1984-1987 (δεν ταυτίζονται, εννοείται, με εκείνες του 2CD), παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβρη του 2016 στο Habeat Records, στην Αθήνα, και είναι αφιερωμένη, όπως διαβάζουμε, στον… «Νικόλα Μαλεβίτση που, το 1993, έριξε την πρώτη σπίθα για το ξανακοίταγμα της Οπτικής Μουσικής».
Στην κασέτα καταγράφεται ένα κομμάτι βασικά, χωρίς επιμέρους μέρη, που καταλαμβάνει όλη την πρώτη πλευρά και διαρκεί περίπου 29 λεπτά. Φυσικά, προέρχεται από τα ίδια σέσιον (μ’ εκείνα του 2CD), συμμετέχουν οι ίδιοι μουσικοί, με το περιεχόμενο να αφορά σε μιαν αυθόρμητη και εν τω γεννάσθαι… εκπομπή με βόμβους, θορύβους, παράσιτα, ξαφνικές εντάσεις, σιωπές, μικρές αφηγηματικές σφήνες και τρανές εικονοκλαστικές παραγράφους, αγνοώντας στάθμες και μέτρα.
Είναι και αυτή (η κασέτα) ένα κομμάτι της ιστορίας τούτου τού εντελώς ιδιοσυγκρασιακού γκρουπ.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Μετρονόμος, τεύχος 63, Απρίλιος-Ιούνιος 2017

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

MIKΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 72

19/1/2018
Οι απώλειες είναι συνεχείς, δηλαδή μόνιμες. Χθες έφυγε από τη ζωή, στα 74 χρόνια του, ένας αληθινά μεγάλος και οραματιστής μουσικός, ο Christian Burchard των Γερμανών Embryo.
Με τον Christian επικοινωνούσαμε δι’ αλληλογραφίας, fax κ.λπ. από πολύ νωρίς, από τις αρχές του ’90, πριν βρεθούμε και δια ζώσης στην Αθήνα. 
Όσα έπραξε με τους Embryo o Christian δεν είναι εύκολο να περιγραφούν, παρότι επιχειρώ καταγραφές της πορείας τους εδώ και 23 χρόνια (πρώτη φορά στο Jazz & Τζαζ τον Γενάρη του 1995). 
Έχω γράψει πολλά για τους Embryo και θα γράψω κι άλλα εν καιρώ, επειδή υπήρξαν μέχρι τα τελευταία τους μια μέγιστη μπάντα, κινούμενη πάντα στον πυρήνα της μουσικής δημιουργίας. RIP Christian Burchard. 

19/1/2018 
Από τον «τοίχο» του φίλου Γιάννη Λειβαδά πληροφορήθηκα το θάνατο τού συγγραφέα, ποιητή και πολλά άλλα Γιώργου Μανιάτη. Γενικώς, όμως, δεν είδα να γραφτεί πουθενά τίποτα…
Μεγάλη περίπτωση των νεότερων γραμμάτων μας, ένας εντελώς αυτόνομος και ιδιόμορφος πεζογράφος, «πατέρας» του εγχώριου μοντερνισμού (του '60) μαζί με τον Αλέξανδρο Σχινά, ο Γιώργος Μανιάτης είχε μια περιπετειώδη ζωή, την οποία μετέφερε μ’ έναν το ίδιο περιπετειώδη τρόπο και στο χαρτί. 
Ένα απόσπασμα από το αποδομητικό γραπτό του «Ο Μίδας Βασιλιάς Έχει Αυτιά Γαϊδάρου ή Εκατέρωθεν της Ουσίας» [Κέδρος, Σεπτέμβριος 1972]. Εις μνήμην…
 (Το εξώφυλλο του βιβλίου, που βλέπετε, στην πράξη είναι το οπισθόφυλλο του βιβλίου του).  
«(…) Διαβάζω ένα κείμενο, το δικό μου. Να εγκαταλειφθεί κανείς σε μια ανάγνωση είναι πρώτα πρώτα σα να αλλάζει οργανισμό: καρδιά οπωσδήποτε, αλλά επίσης μάτια (αν δηλαδή αληθεύει ακόμη ότι βλέπει καθόλου). Διαβάζω άκοπα και μέσα σε λίγη ώρα, αυτό που ένας άλλος έγραψε σε πολλές ώρες και μοχθώντας. Ότι ο άλλος αυτός μπορεί να είμαι ο ίδιος, δεν είναι ποτέ καθαρό. Ποιος γράφει όταν γράφω και ποιος διαβάζει όταν διαβάζω, το διερωτώμαι.  
Η ανάγνωση είναι αυτό που κάνει ώστε ένα γραπτό να είναι γραμμένο και όλα τα έργα περιλαμβάνουν την εικόνα του αναγνώστη τους. Ο ίδιος ο συγγραφέας είναι –ακόμη και ο πρώτος συγγραφέας ήταν– αναγνώστης. Δεν εννοώ το αυτονόητο ότι πρακτικώς είναι αδύνατο να γράψω αν δεν ξέρω να διαβάζω, αλλά ότι η γραφή είναι η ίδια ανάγνωση. Η γραφή είναι η γενεσιουργός ανά-γνωση της μορφής. Ο συγγραφέας γράφει με ένα ξένο (και άγνωστο) χέρι, εκείνο του αναγνώστη που υπάρχει σ’ αυτόν και που τον κάνει συγγραφέα• δε διαβάζει παρά με ένα επίσης ξένο μάτι. Από κει φαίνεται να πηγάζει η οδυνηρή (η χαρούμενη) ορφάνεια του έργου.  
Διαβάζω αυτό που έγραψα και βλέπω ότι δεν το έγραψα εγώ. Ο συγγραφέας και ο αναγνώστης στην περίπτωσή μου δεν είμαστε το ίδιο πρόσωπο. Γράφω με τον τρόπο που γράφω, αλλά διαβάζω με τον τρόπο που γράφει ένας άλλος. Ο τρόπος άλλωστε με τον οποίο γράφω, ποιος είναι; Εκείνος με τον οποίο κάποιος μέσα μου διαβάζει. Είναι ο εαυτός μου; Εκπλήσσομαι. Όλα όσα αναφέρονται στο γραπτό μου τα γνωρίζω, όχι όμως με τον τρόπο που παρουσιάζονται εκεί. Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου σ’ αυτά, περίπου όπως δεν τον αναγνωρίζω στο όνειρό μου. Είμαι αυτός που ξεχνάει, ή που θυμάται, το όνειρό του• δεν είμαι αυτός που το ονειρεύεται.(…)». 

18/1/2018
Τι άλλο ακούγαμε εκεί στα μέσα του ’80; Σε κάτι ωραία απόμερα παραλιακά μπαρ, τέτοια εποχή με αέρηδες και με την ανταριασμένη θάλασσα ν’ αφήνει τα ίχνη της στα τζάμια;
Να… αυτό το τραγουδάκι, που μέσα στην απλότητά του έμοιαζε τόσο πλήρες…  

18/1/2018 
Το «Μαζί μου δεν ταιριάζεις» είναι ένα από τα ωραιότερα και όχι πάρα πολύ γνωστά τραγούδια του Τσιτσάνη… «ηχογραφήθηκε δε την ίδια ημέρα που καταλήφθηκε η Αθήνα από τους Γερμανούς στις 27/04/1941 και κυκλοφόρησε στις 09/11/1946. Δίσκος COLUMBIA DG 6617». Τραγουδά βεβαίως η Νταίζη Σταυροπούλου. 
Το τραγούδι το ανακάλυψαν διάφοροι τα πιο πρόσφατα χρόνια, ανάμεσα στους οποίους και ο Αγγελάκας που του γ@μησε τα πέταλα 

17/1/2018
Από τα «σαν σήμερα» του facebook είδα (από αναρτήσεις φίλων) πως το 1942, τέτοια μέρα, γεννήθηκε ο Muhammad Ali. 
Ο θρύλος πυγμάχος υπήρξε μέγιστη pop icon… και κάπως έτσι θυμήθηκα ένα σχετικό κείμενο που είχα γράψει το καλοκαίρι του 2016 για το lifo.gr, με αφορμή, τότε, το θάνατό του. Το κείμενο έχει πολύ «ψωμί» και στα πολιτικοκοινωνικά και στα δισκογραφικά (στοιχεία εν πολλοίς άγνωστα σ’ ένα πιο ευρύ κοινό) και επειδή τότε –δεν ξέρω για ποιο λόγο– δεν «περπάτησε» τώρα το ξαναπροτείνω… 

16/1/2018 
Βλέπω στο δίκτυο σε γνωστά σάιτ, αλλά και σε λιγότερο γνωστά, όπως και σε μπλογκ, να αναρτώνται ποιήματα… με λάθη. Με πολλά λάθη, με διαφόρων ειδών λάθη, που δεν είναι θέμα απροσεξίας, αλλά copy-paste απ’ όπου να ’ναι. 
Πολλοί… αγαπούν την ποίηση όπως φαίνεται, αλλά καθόλου τα βιβλία(!), καθώς σχεδόν ποτέ ή πολύ σπάνια τα ποιήματα είναι αντιγραμμένα, με προσοχή, από σοβαρές εκδόσεις ή λογοτεχνικά περιοδικά. Το αποτέλεσμα; Nα αλλοιώνονται στίχοι και στροφές, οπωσδήποτε η ορθογραφία του ποιητή, ενώ και η στίξη πολύ συχνά πάει περίπατο. Ιδίως η άνω τελεία. Γενικώς, ασέβεια.
Η αντιγραφή ενός ποιήματος έχει νόημα μόνον αν προέρχεται από εγνωσμένης αξίας έντυπη πηγή (που πρέπει ρητώς να αναφέρεται και ακόμη –γιατί όχι;– να σκανάρεται και το εξώφυλλό της, όταν δεν υπάρχει στο νετ). Όλα τα υπόλοιπα είναι αρπακολλατζίδικα…

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

SATOKO FUJII ORCHESTRA NEW YORK Φουκουσίμα

Να επικαιροποιήσουμε κάτι που είχαμε γράψει πριν λίγο καιρό…
Οι ορχήστρες τής πιανίστριας Satoko Fujii (πλην των πολλών άλλων πρότζεκτ της) δεν είναι μία, ούτε δύο, αλλά… πέντε! Από το 1997 με την Satoko Fujii Orchestra New York, μέχρι το έσχατο Fukushima [Libra, 2017] της ίδιας πάλι ορχήστρας δεν έχουν μεσολαβήσει μόνον οι… Satoko Fujii Orchestra Nagoya, Satoko Fujii Orchestra Berlin, Satoko Fujii Orchestra Tokyo και Satoko Fujii Orchestra Kobe, αλλά και 19 μεγάλοι δίσκοι –τέτοιοι, «μεγάλοι», είναι σίγουρα οι μισοί και το λέω γιατί τους έχω ακούσει– με τον παρόντα εικοστό να αφορά στην εν λόγω κυκλοφορία τής Libra Records.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Το δέκατο(;) άλμπουμ της ιαπωνίδας συνθέτριας, πιανίστριας και αυτοσχεδιάστριας με την ορχήστρα της τής Νέας Υόρκης (εδώ η Fujii αρκείται μόνο στους ρόλους της συνθέτριας και της διευθύντριας), που αποκαλείται “Fukushima”, όπως γράψαμε και πιο πάνω, και που ολοκληρώνεται εις… ανάμνηση του φοβερού πυρηνικού δυστυχήματος, που συνέβη στην πόλη αυτή της Ιαπωνίας, τον Μάρτιο του 2011.
Τι μουσική, μπορείς να γράψεις εμπνεόμενος (με αρνητικό πρόσημο εννοείται) από ένα τέτοιο γεγονός; Και μάλιστα τι μουσική μπορεί να γράψει ένας Ιάπωνας ή μια Ιαπωνίδα, για ένα θέμα σαν κι αυτό, που θα επηρεάζει και θα καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων για αιώνες; (Η Ιαπωνία είναι μια μικρή χώρα, αν τη δεις σε σχέση με τη διάδοση της ραδιενέργειας, καθώς το Τόκιο, για παράδειγμα, απέχει από τη Φουκουσίμα μόλις 289 χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο). Είναι ένα θέμα, λοιπόν, που δεν έχει εύκολη απάντηση, πόσω μάλλον αν δεν είσαι Ιάπωνας και δεν μπορείς να αντιληφθείς, στην ολότητά του, το μέγεθος της καταστροφής.
Η ορχήστρα της Fujii είναι μεσαίου μεγέθους, καθώς αποτελείται από δεκατρία μέλη, με τον τρομπετίστα Natsuki Tamura πάντα παρόντα και με δώδεκα ακόμη άξιους συνοδοιπόρους-αυτοσχεδιαστές, όπως είναι οι Oscar Noriega άλτο, Tony Malaby τενόρο, Dave Ballou τρομπέτα, Joey Sellers τρομπόνι και Nels Cline κιθάρα, που τα δίνουν όλα. Εννοώ πως στο “Fukushima” η ορχήστρα παίζει «τα πάντα» μέσα στα όρια της σύγχρονης jazz-avant.
Υπάρχουν ωραίες λυρικές συνθέσεις ή καλύτερα λυρικά, επιτάφια, μέρη, που δείχνουν τις αληθινές δυνατότητες της Fujii να δομεί μουσική για όλο τον κόσμο με μεγάλη συναισθηματική δύναμη (άκου ας πούμε τo δεύτερο 16λεπτo track, αλλά και το τέταρτο 18λεπτο κατά τόπους), όπως και συνθέσεις-μέρη συνθέσεων που ακούγονται εντελώς προχωρημένα, με καινοφανή ηχοχρώματα και απροσδιόριστες «συνομιλίες». Βεβαίως (και) οι νεοϋορκέζοι αυτοσχεδιαστές είναι αποδεδειγμένα εξαιρετικοί, κάνοντας με αληθινά εμπνευσμένο τρόπο το όραμα τής Satoko Fujii χειροπιαστό.
Ακόμη ένα άλμπουμ… στα τόσα, για την ιαπωνίδα συνθέτρια και διευθύντρια ορχήστρας εδώ, που ως ακροατή σε… ισοπεδώνει.
Επαφή: www.satokofujii.com

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

JEAN-MARC FOUSSAT / ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ μαγικο-θρησκευτικο-επιστημονικά δρώμενα

Το Substunce Sans Scrupule [Άγιος Άνθρωπος/ Ηρακλής/ Coherent States/ more mars/ noise-below/ Robbery Alarm Records, 2017] είναι μια συμπαραγωγή έξι(!) ελληνικών labels (υποθέτω πως και το Robbery Alarm είναι ελληνικό), που υπογράφουν ο γνωστός στο χώρο του ηλεκτρονικού πειραματισμού Γαλλοαλγερινός Jean-Marc Foussat και ο έλληνας συνάδελφός του Γεώργιος Καραμανωλάκης (από Οδός 55 κ.λπ.).
Για το ποιος είναι ο Foussat μπορεί ο καθείς να ανατρέξει στο δίκτυο (να διαβάσει και ν’ ακούσει). Επιγραμματικώς να πούμε πως ο άνθρωπος βρίσκεται στη σκηνή από τα πρώτα χρόνια του ’70, ως μέλος διαφόρων πειραματικών progressive συνόλων (Phyllauxckzairrâh N° III, Le Lézard Marçio κ.ά.), εγγραφές των οποίων ακούστηκαν για πρώτη φορά στο τετραπλό CDAlternative Oblique” το 2015 και πως η προσωπική δισκογραφία του (στο discogs) περιλαμβάνει 20 άλμπουμ (πέραν των συμμετοχών του σε άλλες ομάδες). Αυτός λοιπόν ο μουσικός, με τα πολλά και σοβαρά credits, συνεργάζεται με τον Καραμανωλάκη για τη δημιουργία ενός άλμπουμ, που μπορεί να… τρυπήσει αυτιά με τη δύναμη και την οξύτητα των ηχητικών κυμάτων του.
Με ένα κομμάτι ανά πλευρά, το Substunce Sans Scrupule” δεν είναι ένα LP για τον καθέναν. Είναι ένα άλμπουμ για… τριακόσιους αυστηρά μυημένους στα πεδία της σκληρής musique concrète (από François Bayle, Bernard Parmegiani και πέρα…) και κυρίως εκείνης της εικονοκλαστικής επέκτασής της προς τον ακραίο ηλεκτροστατισμό και τον έντονο, και παρατεταμένο συχνά, θόρυβο.
Οι δύο πειραματιστές, και στα δύο tracks του LP, το “Substunce sans scrupule” και το «Μαγικο-θρησκευτικο-επιστημονικά δρώμενα», μετέρχονται πλήθος ηλεκτρονικών πηγών (το κλασικό EMS Synthi AKS είναι βασικό, μα και άλλα διάφορα μηχανήματα, που μανιπουλάρουν φωνές και ήχους, όπως και πιο συμβατικές ακουστικές πηγές, παιγνίδια φερ’ ειπείν ή jews harps, που χειρίζεται ο Foussat), κατορθώνοντας να δημιουργήσουν, ιδίως στην περίπτωση του «δρωμένου», μιαν εξώκοσμη και ταυτοχρόνως χθόνια κατάσταση, ανακατεύοντας προχωρημένους ήχους με αρχέγονες παραδοξότητες (και βασικά φωνές). Το αποτέλεσμα αυτής της αυθόρμητης(;) συνύπαρξης είναι πλήρως υποβλητικό ως άκουσμα και πολύ κοντά ή μάλλον πάνω-καταπάνω (και) σ’ εκείνο που, μέσω τίτλου, εξωφύλλου και ενθέτου (στο εικαστικό μέρος αναφέρομαι), οι δύο πειραματιστές προβάλλουν. Τον συνδυασμό εννοώ του παγανιστικού χθες με το ορθολογικό σήμερα.
Πρέπει ν’ ακούσει κάποιος για να μπει αληθινά στο πνεύμα...

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

MIKΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 71

16/1/2018
Οι μπαρούφες που γράφονται, εδώ, δεν χρήζουν ανάλυσης. Σχεδόν κάθε λέξη θέλει πολυποίκιλο διόρθωμα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους… Αμερικάνους Cream.
Τέσσερις άνθρωποι, που πληρώθηκαν για να γράψουν το βιβλίο Μουσικής της Α Γενικού Λυκείου, δεν μπορούν να διατυπώσουν σε κατανοητά ελληνικά ό,τι μετέφρασαν από τ’ αγγλικά.
Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι τα «καλά αγγλικά», που μπορεί να ξέρει ή να μην ξέρει κάποιος (Έλληνας). Το μεγάλο πρόβλημα είναι η άγνοια της ροής της ελληνικής γλώσσας, από 'κείνους που καλούνται να γράψουν σχολικά βιβλία. Είναι τα ανεπαρκή ελληνικά τους.

15/1/2018 
Πάντα χρειάζεται να είσαι cool και ο... ζάπλουτος σαγόνιας εδώ δείχνει ένα δρόμο τέλος πάντων, μ' αυτό το απίθανο, κάπως σαν ψίθυρος, τραγούδισμα...

15/1/2018 
«Πού μπορείς να φας κρέπες ακούγοντας τζαζ»;
Η τζαζ στην Ελλάδα –αυτό που εννοούν διάφοροι τυχάρπαστοι ως τζαζ– παραμένει δυστυχώς από τα τέλη του ’80 και οπωσδήποτε από τα nineties και μετά (όταν για… τζαζ άρχισαν να γράφουν τα περιοδικά του Κωστόπουλου και εν συνεχεία σχεδόν όλα τα ανάλογα υπόλοιπα) ένα συστατικό κομμάτι του κολωνακιώτικου life-style. Αυτού του γελοίου life-style, θέλω να πω, που συνέδεσε την τζαζ με τα φράγκα και την καλοπέραση… τους λιγούρηδες με τα πούρα και τα σούργελα με τα κουλτουρέ νυχτερινά ντυσίματα. 
Εντάξει, τώρα το πράγμα έχει «κάτσει», αλλά δεν έχει παύσει να εκπέμπεται από καιρού εις καιρόν η ίδια αηδία, έστω και σε μικροποσότητες…

14/1/2018 
KYΡΙΑΚΗ

Κυριακή μες στο χειμώνα, 
Κυριακή χωρίς φωτιά
και τα κρύα χέρια μόνα 
πάνω στ’ άγραφα χαρτιά. 

Με τα χέρια στα μαλλιά μου
άσκοπα κοιτάζω μπρος μου:
είναι, τάχα, τα χαρτιά μου
η κατάκτηση του κόσμου;

Κυριακή μες στο χειμώνα
με τις νοσταλγίες του θέρου•
κρύα χέρια, χέρια μόνα
στ’ ωχρό πρόσωπο ενός γέρου.

Αχ, οι δρόμοι ειν’ όλοι άδειοι
μα τα μάτια μου ειν’ εκεί
και τους βλέπω ένα βράδυ
καλοκαίρι, Κυριακή…

Νοσταλγίες που ζουν μάταια
στ’ αυγουστιάτικο όνειρό των,
τότε που ήτανε τα μάτια
ταχυδρόμοι των ερώτων.

Κυριακή μες στο χειμώνα:
το βιβλίο και το γραφείο
κι η καρδιά μέσα στο σώμα
τάφος σε νεκροταφείο.

Μήτσος Παπανικολάου «Ποιήματα» (εισαγωγή και επιμέλεια Τάσου Κόρφη), Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1966
(Ποιήματα αντιγραμμένα πάντα από βιβλία, ποτέ από το internet)

τρία CD σύγχρονης jazz από το Βέλγιο, την Αυστρία και τη Σουηδία

DE GROOTE-FAES DUO: Symphony for 2 Little Boys [Vlaamsekunst / Sabam, 2017]
Το λέει το όνομά τους. Το Groote-Faes duo είναι ένα ντουέτο (από την Αμβέρσα), το οποίο αποτελούν οι Bruno de Groote ηλεκτρική κιθάρα και Ben Faes κοντραμπάσο… με τον σημαντικό τρομπετίστα Dave Douglas να συνοδεύει σε τρία κομμάτια και με το ύφος των συνθέσεων του σχήματος να είναι ενδιαφέρον και σίγουρα ποικίλο. 
Αναλόγως με τη σύνθεση διαμορφώνονται-εμφανίζονται και οι επιρροές τού ντούο, που είναι σε γενικές γραμμές… ευρέος φάσματος. Υπάρχουν συνθέσεις, όπως φερ’ ειπείν η αρχική “Le métropolitain”, στις οποίες ανιχνεύεις rock ακόρντα, άλλες, όπως η επόμενη “Bastien” στην οποία «πιάνεις» μέχρι Μπαχ και άλλες, όπως η τρίτη στη σειρά “Fermeture”, που ανακαλούν στη μνήμη περισσότερο avant-πειραματικές-ethnic διαστάσεις στην παράδοση ορισμένων projects του John Zorn (των Masada φερ’ ειπείν).
Η ποικιλία και η ολοφάνερη ανάγκη για «παιγνίδι» είναι ό,τι μετατρέπει το “Symphony for 2 Little Boys” σ’ ένα άλμπουμ ευχάριστο, που δεν χάνεται κάτω από το βάρος των αναφορών του. Απεναντίας, τούτες υποτάσσονται στην ευστροφία των μουσικών.
SALESNY / SCHABATA / PREUSCHL / JOOS: Jekyll & Hyde [JazzWerkstatt / Lotus, 2017]
Η JazzWerkstatt είναι μια δυνατή ετικέτα από την Αυστρία, που καταγράφει χρόνια τώρα την jazz και improv-jazz σκηνή της χώρας. Στο δισκορυχείον υπάρχουν πολλές αναφορές στην JazzWerkstatt και μία ακόμη αφορά στο πιο πρόσφατο άλμπουμ τού άλτο σαξοφωνίστα και μπάσο κλαρινετίστα Clemens Salesny, που έχει τίτλο “Jekyll & Hyde” και που ολοκληρώνεται σε συνεργασία με τους Woody Schabata βιμπράφωνο, Raphael Preuschl bass guitar, μπάσο ukulele και Herbert Joos κορνέτα. Απ’ αυτούς τους μουσικούς ο Schabata έχει υπάρξει μέλος της περίφημης Vienna Art Orchestra, ενώ ο Γερμανός Herbert Joos είναι ένας αναγνωρισμένος αυτοσχεδιαστής, με δισκογραφία σε Japo, FMP, ECM κ.λπ. Αυτοί οι τέσσερις μουσικοί (δύο νεότεροι και δύο «καραβάνες») συνεργάζονται, εδώ, σ’ ένα σετ δώδεκα πρωτότυπων tracks, που δύσκολα σε αφήνουν αδιάφορο ή ασυγκίνητο.
Η μουσική του κουαρτέτου, που είναι, γενικώς, μέσου και αργού τέμπου, με πολύ λελογισμένες εξάρσεις, διαθέτει κάτι το ανεπιτήδευτα παλιομοδίτικο – κάτι σαν… noir jazz ορισμένες φορές, έτοιμη να «ντύσει» ανάλογες κινηματογραφικές εικόνες. Όχι πως δεν υπάρχουν και πιο ελεύθερες αυτοσχεδιαστικές στιγμές, μέσα στις οποίες εμπεριέχεται ακόμη και το πείραμα, αλλά, να, συχνά τα κομμάτια των Salesny, Schabata, Preuschl και Joos διαθέτουν αυτό το κλασικό bop και bluesy feeling, που δεν απαιτεί πολλά τερτίπια, για να σου αποδώσει το μέγιστο.
DAVID’S ANGELS: Traces [Kopasetic Productions, 2017]
Οι Davids Angels είναι ένα κουαρτέτο από τη Σουηδία, που ξεχωρίζει για ένα λόγο. Ένα από τα τέσσερα βασικά όργανα των μελών του είναι η… φωνή. Η φωνή ως όργανο-όργανο (με βοκαλισμούς κ.λπ.), αλλά και ως τυπική φωνή, ως απλό όργανο δηλαδή, τραγουδώντας. Συνηθισμένο; Δεν θα το έλεγα… Μέλη των Davids Angels είναι η Sofie Norling φωνή, η Maggi Olin fender rhodes, πιάνο, ο David Carlsson μπάσο και η Michala Østergaard-Nielsen ντραμς. Τρεις γυναίκες κι ένας άντρας, που δημιουργούν μια σειρά πρωτότυπων συνθέσεων (μουσική και στίχοι από τα μέλη του γκρουπ δηλαδή), οι οποίες ακούγονται αρκούντως cool και… nordic.
Με στίχους ερωτικούς και… εσωτερικούς, κάπως σαν μονολόγους δηλαδή, και με την παρουσία της επιφανούς Ingrid Jensen στην τρομπέτα, σε τρία tracks, το “Traces” –τρίτο CD των Davids Angels– είναι ένα άλμπουμ, που κρατά το ενδιαφέρον, ιδίως όταν γίνεται πιο… fusion, τύπου Canterbury, και… αφηρημένο. Κομμάτια όπως τo Extra guld” και το “Dust” (που δεν έχουν τραγούδι, αλλά βοκαλισμούς) ή ακόμη και το (τραγούδι) “Mountains”, που ακούγεται περισσότερο σαν folk, κάνουν οπωσδήποτε το σουηδικό σχήμα να ξεχωρίζει.
Επαφή: www.davidsangels.se