Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

JACKIE LEVEN greek notebook

One of the lovelier things that has happened to me in my long life was being able to spend every May and September for seven years, on the remote greek island of Astypalea. Over seven years this 14 months - a significant part of my life.
Astypalea is a harsh, mountainous island off the tourist track. On a very clear day, from the top of the old town you can see Rhodes - 100 miles away.
From early morning till the glorious golden evening I sat in my ancient hilltop house, more a cave really, singing and playing guitar with occasional breaks to lie on the beach, go to great bars and restaurants, or smell the night lilies.
I recorded a lot of this musical endeavour in glorious lo-fi on a Sony Professional Walkman, and I have about 40 hours of sketches from this time.
This record is a selection of bits from those tapes and it contains all kinds of weird and wonderful moments, including the odd boring bit - I'm not the genius all the time.
For any of you who write songs you are welcome to develop any of the notebook ideas on this record into a song of your own; just get in touch with me at the haunted valley if you do, so that we can share any royalties that may arise!
It seemed pointless tracklisting this material - so happy listening. I hope to see you out there somewhere soon.
Jackie 1999
Όσοι... κρατάνε από τις μέρες του '70 κι έχουν υπ' όψιν τους το σπάνιας ομορφιάς acid άλμπουμ "Control" του Σκωτσέζου John St.Field, όπως ήταν τότε το όνομα τού Jackie Leven - άλμπουμ που πρωτοκυκλοφόρησε στην ισπανική Movieplay το 1975 - έχουν, με το "Greek Notebook" [Cooking Vinyl], τον ελληνικό του σύνδεσμο. Σημαίνων καλλιτέχνης. Ανακαλύψτε τον.

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

KOYNEBA

Ώστε και pop-symbol η φουκαριάρα η Κούνεβα, ρε καλόπαιδα της Lifo – και μάλιστα με το 33... στo μπράτσο; Γιατί, φουκαριάρα είναι μια γυναίκα που παρατάει την πατρίδα της, την οικογένειά της, για να ’ρθει στην κωλοελλάδα να καθαρίζει σκάλες, παίρνοντας για αντίτιμο ένα σβησμένο πρόσωπο. Και να μην ακούσω αυτές τις αηδίες περί ηρωισμού και τα τοιαύτα. Ήρωας γίνεται ένας άνθρωπος, καθημερινός ήρωας δηλαδή, όταν σεβόμαστε τη δουλειά που κάνει – ό,τι κι αν κάνει – αμείβοντάς τον, ηθικά και υλικά, όπως πρέπει. Θα ’θελα να ’ξερα λοιπόν πόσοι απ’ αυτούς τους μεγαλόσχημους, που σκίζονται για τη Βουλγάρα, πληρώνουν στις δικές τους καθαρίστριες, που τους ξεσκατίζουν σπίτια και γραφεία, έναν κανονικό μισθό; Πόσοι πληρώνουν δώρα, άδειες, ένσημα, υγεία και ασφάλεια, όλα όσα υποχρεούνται; Δίνουν στις καθαρίστριές τους κάποια λεφτά της προκοπής, για να τις προστατεύσουν, όσο γίνεται, από τα ποικίλα «βιτριόλια», ή τις έχουν με τα χαρτζιλίκια και τις απειλές; Γιατί το ζήτημα είναι, πρωτίστως, χρηματικό, κύριοι. Κι αφήστε την καραμέλα περί λαϊκισμού· τον οποίον λαϊκισμό θυμόσαστε, μόλις θιγεί η τσέπη. Το θέμα δεν ήταν ποτέ πιο απλό. Έχουμε ανάγκη από «ήρωες», για να κάνουμε... περιοδικές και τηλεοπτικές εκπομπές, ή έχουμε ανάγκη από καθημερινούς ανθρώπους, ήρωες δηλαδή, που να μην τους πιάνει η πένα και η κάμερα; Έτσι μπαίνει το ερώτημα...

NICOLA CONTE: Brasil κι άγιος ο θεός...

Είναι, πλέον, σύνηθες το φαινόμενο "κεφάλαια" του DJ-ικού χώρου να επιμελούνται συλλογές, ανθολογώντας ξεχασμένα και ακριβοθώρητα gems περασμένων δεκαετιών. Από τον Gilles Peterson, τον Jazzman και τον κύριο Sonorama, μέχρι τον Quantic και τον Zeljko Kerleta (πόσοι είναι ανάμεσα; – δεκάδες), όλοι κάτι έχουν να προτείνουν, κάτι να μεταφέρουν, με κάτι να δημιουργήσουν την έκπληξη, ξανα-μανα-ανανεώνοντας το δισκο-αγοραστικό παζάρι. Ο «τρελός» Ιταλός Nicola Conte – γνωστός και μη εξαιρετέος από τις ηχογραφήσεις του στη Blue Note (μεταξύ άλλων), αλλά και από την παρουσία του στην Αθήνα, σε εμφανίσεις που αρέσαν – «σκάβει» στο λάκκο με τα βραζιλιάνικα, ανασύροντας από τον πάτο, άγνωστα, εν πολλοίς, bossa-jazz διαμάντια. Εμμένοντας στη «χρυσή» περίοδο του είδους, την τετραετία 1963-1966 (μια-δυο εγγραφές μόνο ξεφεύγουν από τα συγκεκριμένα όρια), ο Conte τονίζει, με τον τρόπο του, την ανάγκη για την ύπαρξη, και από ’κει και πέρα την... λικνιστική λειτουργικότητα, ενός αμόλυντου bossa ήχου, πριν δηλαδή τον «κατασπαράξουν» – δεν ήταν και εντελώς άσχημα, εδώ που τα λέμε – οι ροκοειδείς και σινεματίκ εξτραβαγκάνζες. Tenorio Jr, Trio Maraya, Hector Costita Sexteto, Wanda (στο γκρουπ της κυρίας ο Paulo Moura παίζει σαξόφωνο), Ana Lucia, Zimbo Trio, Djalma Dias & Sambossa 5, Cesar Camargo Mariano (ο Airto Moreira ντραμς), Yvette, Bossa Jazz Trio, Sansa Trio, Som 3, αλλά και οι έξοχοι, χρονικώς απομακρυσμένοι, Edgard & Os Tais και Brazilian Octopus (με Hermeto Pascoal και Lanny Gordin στο team) σε παραδεισένιους αρμονικούς φωνο-σχεδιασμούς, απέριττο, όπως πάντα, «βραζιλιάνικο» παίξιμο, με τα σόλο «σεμνά», περιεκτικά και πάντα εντός κλίματος (οι διάρκειες ποτέ δεν ξεπερνούν τα 4 λεπτά, ενώ ουκ ολίγες φορές «πέφτουν» κάτω και από 3) και φυσικά, με μία hip ενορχηστρωτική άποψη, απολύτως συμβατή με την παντοτινή νεότητα – τα πάντα στο “Nicola Conte Presents Viagem, A Collection of 60’s Brazilian Bossa Nova & Jazz Samba” [Far Out]. Φαίνεται λοιπόν πως άρεσε το πρώτο “Viagem” κι έτσι η Far Out έδωσε το ok και για δεύτερο στον Ιταλό – ο οποίος εκτός από καλός μουσικός, και ακόμη καλύτερος «διαχειριστής», είναι και μεγαλο-συλλέκτης· έτσι φαίνεται. Όλα τα λεφτά σε δίσκους... Γιατί, εδώ, μιλάμε για χοντρά φράγκα, αν θέλεις φερ’ ειπείν να έχεις στη δισκοθήκη σου βινύλια από τα βραζιλιάνικα sixties (την περίοδο 1963-1970 πιο συγκεκριμένα). Από ’κει λοιπόν ξαναβουτάει ο Conte, για να βγάλει στον αφρό Vera, Claudia, Janinha, Maria Lucia, Flora, Anamaria Bom, Lygia, μα ακόμη και Tema Tres, Jose Roberto Bertrami, Zil Rozendo, Tenorio Jr, Dick Farney E Sua Orchestra και ό,τι άλλο. Πολλές κυρίες στην αρχή, με το πράγμα να παίρνει σιγά-σιγά την περισσότερο break-ική του διάσταση μετά το 7 κομμάτι, το άπιαστο braz-jazz “Consolacao”, εδώ με τον πιανίστα Tenorio Jr., cut από το θρυλικό άλμπουμ “Embalo” του 1964 (διανομή: Milton Banana, Neco, Paulo Moura, J. T. Meirelles κ.ά.). Ε ναι, αν έχεις τέτοιο διαμάντι στη συλλογή σου δεν μπορείς να τη βγάλεις μόνο μ’ ένα track. Υπάρχει λοιπόν και το “Sambinha” στη θέση 17, μία θέση πριν το τελευταίο “Ninguem na rua” του Dick Farney, για να μάς... αποτελειώσει.

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Πάντα δε μένει κάτι;

Μάνος Ελευθερίου. Περίπτωση απρόβλεπτη. Ακατάτακτη· υπό την έννοια ότι πρόκειται για το μοναδικό στιχουργό της γενιάς του – πρωτοέγραψε το 1961, όπως ο ίδιος εξομολογείται – που δεν μπαίνει εύκολα σε καλούπι. Δεν διαθέτει, με άλλα λόγια, εκείνο το περιώνυμο... προσωπικό στίγμα. Μισό λεπτό, να εξηγήσω. Ενώ για τον Λευτέρη Παπαδόπουλο π.χ. έχεις σαφέστατη εικόνα εκείνου που ο ίδιος εννοεί ως «λαϊκότητα», είτε πρόκειται για ένα στίχο του τού ’60, είτε για ένα σημερινό, ενώ για τον Νίκο Γκάτσο έχεις, μονίμως σχεδόν, την αίσθηση μιας ποιητικής μεγαλοσύνης, με τον Μάνο Ελευθερίου δεν συμβαίνει το ίδιο. Δεν υπάρχει κάποια ενωτική γραμμή που να διατρέχει το έργο του. «Η σούστα πήγαινε μπροστά/ κι ο μάγκας τοίχο-τοίχο» (Δήμος Μούτσης), «αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο θερίζει την αυγή ωκεανό» (Γιάννης Μαρκόπουλος), «όσους κρυφά περπάτησαν μαζί σου/ να σημαδεύουν πάλι τη ζωή σου/ και νά’σαι το πουλί κι ο κυνηγός/ στις μαύρες λαγκαδιές του παραδείσου» (Θάνος Μικρούτσικος), «αυτοί που χειροκρότησαν το τέλος μιας αγάπης/ το έργο δεν το είδανε ποτέ απ’ την αρχή/ είδαν μονάχα μια μορφή κι αυτήν απ’ τη σκιά της/ που ανάμεσά μας έμεινε σκιά παντοτεινή» (Βασίλης Τερλέγκας) – όλα εξαίρετα. Το ερώτημα προκύπτει άνευ βίας. Ποιος είναι εν τέλει ο Μάνος Ελευθερίου; Ένας άνθρωπος με λαϊκές, σίγουρα, καταβολές, αλλά και με μία αστική κατόπτευση των πάντων (στην Ερμούπολη, την ιδιαίτερη πατρίδα του, συναντάς, συναντούσες, λαό και μπουρζουαζία σε συσκευασία μία), η οποία του επιτρέπει να «παίζει» όχι μόνο με το λόγο – το δικό του λόγο, που είναι δημιούργημά του και άρα τον κάνει ό,τι θέλει –, αλλά, νομίζω, και με το ίδιο του το είναι. Αν και ακριβοθώρητος (μέχρι πρότινος τουλάχιστον), αν και ολιγόλογος, σου δίνει την αίσθηση ενός ανθρώπου με καθαρτήριο χιούμορ, αθόρυβα προκλητικού (για την πρόκληση πολλάκις), σκωπτικού, που ό,τι κι αν πει έχει αξία και κυρίως, αιτία. Το ότι έγραψε το «Έχω πρόβλημα υγείας» για τον Ψινάκη ή τα 3-4 τραγούδια για το τελευταίο CD της Πέγκυς Ζήνα, είναι πλήρως ενδεικτικό ενός ευγενούς χαμαιλεοντισμού, με κίνητρα παιγνίου· κάτι που φαίνεται να διακρίνει τον Μάνο Ελευθερίου, χρόνια τώρα, στην τραγουδο-στιχουργική καριέρα του (το ξέρουν όσοι τον παρακολουθούν). Έπεσαν πολλοί, ή έστω κάποιοι, να τον φάνε... Νομίζω πως, ο ίδιος, θά’γνεψε με συγκατάβαση, παρά θα στενοχωρήθηκε. Αυτόν λοιπόν τον άνθρωπο τιμά η έκδοση «Πάντα Κάτι Μένει» [Universal Music/ Καμπανάκι], ενταγμένη στη σειρά «Άξιος Λόγος», που ετοίμασαν ο Γιώργος Νταλάρας και ο Μιχάλης Κουμπιός και η οποία, εδώ, τριτώνει. Κατ’ αρχάς διαβάζοντας τους στίχους των τραγουδιών, πριν καν ακούσω, μού δημιουργήθηκε η, όχι ισχυρή πάντως, αίσθηση εκείνων που έγραψα πιο πάνω. Εξάλλου, εδώ έχουμε να κάνουμε με λόγια που συντάχθηκαν μέσα στο τελευταίο μόλις διάστημα (υποθέτω), και όχι σ’ ένα συνολικό έργο 40 χρόνων. Λόγια μ’ ένα στυλιστικό βάρος, χαρκτηριστικά ενός βαθυστόχαστου Μάνου Ελευθερίου («Τα σύνορα φυλούν σταθμάρχες/ σαν κάποιους μετρ ξενοδοχείων./ Μοιάζουν με λήγοντες λαχείων/ και με παλιές χαμένες μάχες», «Ένας ζητιάνος στα χρυσά και στην πορφύρα του/ εκλιπαρεί για λίγο μπλε και νοσταλγία./ Μοιράζει αρώματα και φώτα από τη μοίρα του/ και στους ναούς σε ανακήρυξε αγία»), αλλά και λόγια πιο κοντά σ’ ένα καθημερινό τραγούδι αγάπης ή... για την αγάπη («Είχα μι’ αγάπη τ’ όνειρό μου ν’ ακουμπώ/ κι έγινε θέατρο κι αυτό πυρπολημένο»). Είναι η άνεση αυτή του Μάνου Ελευθερίου να γράφει άσματα διαφορετικών επιπέδων, άλλοτε πλημμυρισμένα από διανοητικά παιγνίδια (σ’ αυτό υπήρξε κάτι σαν δάσκαλος του Άλκη Αλκαίου) και άλλοτε... σοφόν το σαφές, έτοιμα για το στόμα της Μαρινέλλας ή της Στανίση. Με την ανάγνωση όμως «παίζεις» και κάπου αλλού. Προσπαθείς ν’ αντιληφθείς ποιο από τα τραγούδια που, οσονούπω, θ’ ακούσεις θα τραγουδιέται πραγματικά. Ποιο θα είναι έτοιμο να πάρει θέση (αμέσως ή συν τω χρόνω) δίπλα στο «Τραίνο» και την «Ατέλειωτη εκδρομή»... Κι εδώ, και επιτυγχάνεις και λαθεύεις. Οι «Σταθμάρχες» (μουσική Δημήτρης Παπαδημητρίου) είναι πολύ καλό τραγούδι, αλλά ο Γιώργος Νταλάρας, ως οικοδεσπότης, θα μπορούσε να το αφήσει για άλλον. Ok, το αντιλαμβάνομαι, είναι πειρασμός. Ένα καλό τραγούδι το θέλεις, προφανώς, για τον εαυτό σου, αλλά εμπεριέχεται κι ένας συμβολισμός στην αβρή κίνηση τού να το παραχωρήσεις. Το «Ένας ζητιάνος στα χρυσά», πάλι, στιχουργικώς από τα κορυφαία του άλμπουμ, από συνθετικής πλευράς (Χρήστος Θηβαίος) είναι κατώτερο – κι αυτό το λέει ο Νταλάρας. Και αν λοιπόν «πέσαμε μέσα» για τους «Σταθμάρχες», δεν θα μπορούσαμε ποτέ να μαντέψουμε πως το πιο δυνατό άσμα του CD θα ήταν το «Σαββάτο βράδυ» σε μουσική του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και ερμηνεία της Μελίνας Κανά. Πράγματι εξαιρετικό. Έχω γράψει «δύστροπα» κατά καιρούς (στο Jazz & Τζαζ εννοώ) τόσο για τον Μαχαιρίτσα όσο και για την Κανά και χαίρομαι όταν «εξαναγκάζομαι» να μην το κάνω. Η «Πανοπλία που φοράς» (μουσική Γιώργος Καζαντζής, απόδοση Σταύρος Σιόλας) επίσης ξεχωρίζει - και για τη "δεύτερη φωνή" του Νταλάρα. Ο Μπάμπης Στόκας λέει ωραία το «Κάπου υπάρχει ένα νησί», μια σύνθεση του Στέργιου Γαργάλα, όπως και ο Μιλτιάδης Πασχαλίδης το «Παράσταση θα δώσω» σε μουσική του Νικόλα Κουμπιού. Απεναντίας, οι δυνατοί στίχοι του Μάνου Ελευθερίου στου «Σπιτιού τη σάλα» («Μέσα στου σπιτιού τη σάλα/ δυο στρατοί μονομαχούσαν./ Τ’ άλογά τους μες στο χιόνι/ κι οι στρατιώτες τραγουδούσαν/... Μέσα στου σπιτιού τη σάλα/ άπλωνες τα νυφικά σου./ Κι είχες βάζα δυο οβίδες/ για τα ροζ χρυσάνθεμά σου») – τι γράφει ο άνθρωπος – δεν ευτυχούν από τον Διονύση Τσακνή (άδει ο Νταλάρας). Το τραγούδι «κολλάει»· πλην του τρίτου και του τελευταίου τετράστιχου. Δεν απογειώνεται. Δε «χάνεται». Δε συγκλονίζει. Τέτοια λόγια! Χίλιες φορές spoken word... Διάβασέ το χρυσόστομε...

FATIMA MIRANDA

IV PREMIO INTERNAZIONALE DEMETRIO STRATOS per FÁTIMA MIRANDA
www.fatima-miranda.com

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

CAPTAIN YALMAR

Σάλπαρε απ’ την Σουραμπάγια μ’ έβενους και κεχριμπάρια
πεντακάταρτη άσπρη σκούνα γι’ άλλο πόρτο αλαργινό·
κι είχε τσούρμο διαλεγμένο πάλλευκο άνθος βορεινό,
έφηβους θαρρείς φκειαγμένους στ’ Απολλώνια πάνω αχνάρια.

Και σ’ αυτούς, ωχ, χάρμα ο Γιάνσεν! Σπέρμα αγέρινης αγκάλης
ελουλούδιζε όμοια σάμπως κάμπος νά’ταν εαρινός·
μες τα μάτια του όλος θάμπος λάμπιζε ο Αυγερινός
κι’ ηρεμούσε στην θωρηά τους ως κι’ ο κόρφος της Μπεγκάλης.

Τόσο, που κι’ ο κάπταιν Γιάλμαρ μ’ όλη την μισανθρωπία,
έτρεφε γι’ αυτόν μεγάλη μια παράξενη στοργή·
κι’ όπως λένε στο Όσλο τού ήταν ότι κι’ ο άξονας στην γη
και των σκότιων λογισμών του μία ηλιοφώτεινη θωπεία.

Με τον κόσμον της γιομάτο πόθους, έξαλλους κι’ ελπίδες,
πέρναγε απ’ ωκεανούς και κόρφους με χαρούμενην ιαχή·
και σκαρί σφιχτοδεμένο με ακατάβλητη ψυχή,
κυριαρχούσε ως και στου Χόρνου τις μαγγιόρες καταιγίδες.

Κι’ έτσι οι ημέρες της κυλούσαν ζήσης όμοιας με των θρύλων,
λάσκα γάμπια, παπαφίγγο, βράδυ, νύχτα και πρωινό·
και χαρούμενη ως τα μπούνια διάβηκε Ισημερινό,
παραλλάζοντας σαν γλάρος τις γραμμές των παραλλήλων.

Μα όπως ξέγνοιαστη αρμενούσε μες την τροπική ατμοσφαίρα
μόλλησε στα ξάφνου η φύση ξώφρενο κατακλυσμό·
κι’ αφού πάλαιψε – λες – τίγρις κόντρα σ’ άγριο εξοργισμό
πήγε σύψυχη στον πάτο δίπλα στου Σαίν Πωλ την ξέρα.

Απ’ τα μέρη της ξακλήρειας τα νερά τ’ αφορεσμένα,
διάβηκε ένα μπάρκο μπέστια μ’ άπνοια κάποιο δειλινό·
κι έγραψε στο ημερολόγιο: «Πλάτος πέμπτο βορεινό,
επιπλέουνε δυο κουφάρια, σαν σε πόθο αγκαλιασμένα»...

Αλέξανδρος Μοντεσάντος (1898 - 1965)
(από την «Ουράκας»)

MAVIS STAPLES δεν το κουνάμε ρούπι...

Είναι γνωστόν πως η Mavis Staples έκανε την επιστροφή της μ’ εκείνο το εξαιρετικό CD (“Have A Little Faith”) στην Alligator το 2004. Έτσι, ένα ακόμη πιο «βαθύ» άλμπουμ φαίνεται πως ετοιμαζόταν στο βάθος του χρόνου, αφού και η ίδια δήλωνε καλλιτεχνικώς παρούσα και το πολιτικο-κοινωνικό περιβάλλον, τής προ-Obama εποχής, ευνοούσε προς μια επανεξέταση των protest songs, με τα οποία η ίδια μεγάλωσε στα χρόνια του ’50.Απλώς, χρειαζόταν ένας ενοργανικός επανακαθορισμός, ο οποίος θα βοηθούσε να ενταχθούν και πάλι αυτά τα κλασικά τραγούδια στα στόματα και τα σπίτια· νέων, κυρίως, μαύρων που ασφυκτιούσαν (τώρα, περισσότερο) στις σύγχρονες συνθήκες της σκλαβιάς και της οικονομικής σύνθλιψης. Ο Ry Cooder θα βάλει το deep επίχρισμα και τα “Eyes on the prize”, “We shall not be moved”, “The little light of mine”, “Down in Mississippi” συν όλα τα υπόλοιπα, θα γίνουν και πάλι «πέτρες» στα χέρια των πολλών. Έγιναν; Αυτό είναι το ερώτημα... Γιατί άλμπουμ όπως το “We’ll Never Turn Back” [ANTI-] δεν κρίνονται στο χαρτί ή την οθόνη, αλλά στο δρόμο.Έχοντας, έτσι, καταστήσει (ξανά) σαφή την παρουσία της στο protest gospel-soul-blues circuit, η Staples, μπαίνει στο Hideout του Σικάγο, την 23η Ιουνίου του 2008, προκειμένου να τρίξει για τα καλά τα δόντια, σε όσους νόμιζαν ότι θα μπορούσε ν’ ασελγούν διαρκώς έναντι της «μαύρης» ιστορίας, δίχως να απολογούνται. Ήταν η εποχή που το «φαινόμενο» ξεκινούσε να φουσκώνει, με τους, όσους και όποιους, ταλαιπωρημένους «έγχρωμους» της αμερικανικής μεγαλούπολης, να βρίσκουν ξανά τη δύναμη να τραγουδήσουν... we shall not to be moved, “for what it’s worth”, “freedom highway” και “will the circle be unbroken”. Κανείς από ’μας, εδώ, δεν μπορεί να ξέρει – ή μήπως ξέρει; – πως είναι σήμερα τα πράγματα, ένα χρόνο μετά την εκλογή του «πρώτου μαύρου προέδρου», όμως, τότε, υπήρχε πραγματική ελπίδα, για να μην πούμε σιγουριά, πως τίποτα δεν θα ήταν ξανά το ίδιο. Το νοιώθεις στον τρόπο που τραγουδά η Staples, στον τρόπο που συνοδεύουν οι Rick Holmstrom κιθάρα, Jeff Turmes μπάσο και Stephen Hodges ντραμς, στην αξία της... προσευχής των φωνητικών συνοδών Yvonne Staples, Donny Gerrard και Chavonne Morris, το αντιλαμβάνεσαι από την κατανυκτική έκρηξη του ακροατηρίου. Βαθύ και αυτόφωτο είναι το “Live, Hope at The Hideout” [ANTI-]. Άδικο να επωμίζεται την όποια μικρή ή μεγάλη διάψευση...

ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΙ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ...

Πήρε η καΐλα τη Financial Times και άλλα... έγκυρα φύλλα (και φτερά) του εξωτερικού για το εντόπιο οικονομικό αλαλούμ. Άρχισαν έτσι τα δημοσιεύματα περί πτώχευσης, περί αδυναμίας εξυπηρέτησης των κρατικών δανείων, περί αδυναμίας εύρεσης δανειστών και άλλα τέτοια ωραία... Αποτέλεσμα; Η πτώση του χρηματιστηρίου και η απώλεια, λέει, 5δις ευρώ από την ελληνική κεφαλαιαγορά, μέσα σε κάτι ώρες. Είναι προφανές. Κίνδυνος ρεαλιστικός δεν υπάρχει. Πρόκειται απλώς για μία προσφιλή μέθοδο διασφαλισμένης κλοπής (σπέρνω πανικό, μαζεύω φράγκα), με βάση την αρχαιότατη εμπορική μέθοδο τού «αγοράζω τώρα φθηνά, για να πουλήσω αύριο ακριβά». Η κερδοσκοπία είναι το έγκλημα, στο οποίο επιδίδονται οι μεγαλοσχήμονες· γνωστόν κι αυτό. Είναι οι ίδιοι εκείνοι που, υποτίθεται, προσπαθούν να μας βοηθήσουν, ώστε ν’ αποφύγουμε τα χειρότερα, προτείνοντάς μας πάντα «λύσεις»· οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν θα πρέπει να θίγουν τους εαυτούς τους. Ουσιαστική μείωση των αμυντικών δαπανών – όχι τα ψιλά των 500 εκατομμυρίων, που ανακοίνωσε ο Παπακωνσταντίνου – θα σήμαινε, αυτομάτως, την επίλυση του «προβλήματος», αλλά, ταυτοχρόνως, και «πόλεμο». Όχι με την Τουρκία, αλλά με τη Γαλλία, τη Γερμανία και τους υπόλοιπους υπερατλαντικούς μας «φίλους»...

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ καθώς ξανανοιώθω το φόβο...

Ο «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη δεν είναι από τα φιλμ που χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης στο χώρο της κουλτούρας. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ο Μανουσάκης έκανε ταινίες για παραγωγούς (Κλέαρχος Κονιτσιώτης, Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης), χρησιμοποιούσε ηθοποιούς του λεγόμενου εμπορικού κυκλώματος (Βουγιουκλάκη, Μπάρκουλης, Φυσσούν, Ναθαναήλ, Φωκάς), δεν είχε το σαφές πολιτικό στίγμα που... έπρεπε να διαθέτει ως δημιουργός, ώστε να διαφοροποιείται από το παλαιό. Παραμύθια. Ο Μανουσάκης υπήρξε σκηνοθέτης με προσωπική ματιά, παρ’ ότι δρούσε μέσα στην κοινή διανομή. Και οι τρεις ταινίες που μπόρεσε να γυρίσει (Έρωτας Στους Αμμόλοφους το 1958, Προδοσία το ’64, Ο Φόβος το ’66) αποδεικνύουν σκηνοθετική βιρτουοζιτέ, με αποκορύφωμα το «Φόβο», φυσικά, όπου και καταθέτει όλη του τη μαεστρία. Η ταινία γυρισμένη στους βάλτους της Κωπαΐδας, πραγματεύεται ένα κοινωνικό πρόβλημα, μάλλον πολλά ταυτοχρόνως, που σχετίζονταν με τα καταπιεσμένα ήθη μιας μεγαλοαγροτικής οικογένειας. Ο βιασμός-φόνος της μουγγής ψυχοκόρης (Έλλη Φωτίου) από τον σεξουαλικά ανώριμο-καταπιεσμένο γυιό (Ανέστης Βλάχος) και η προσπάθεια συγκάλυψης του γεγονότος από τον αυταρχικό πατέρα (Αλέξης Δαμιανός) και τη δεσμευμένη μοιρολατρικώς σύντροφό του (Μαίρη Χρονοπούλου), δίνουν την αφορμή στον Μανουσάκη για ένα καυστικό σχόλιο σχετικό με την άρρωστη νοοτροπία της κλειστής ελληνικής κοινωνίας του ’60, εκεί όπου όλα παίζονταν πίσω από τα φώτα, καταπνιγμένα από τις υποδόριες απειλές και τη βία. Η παρουσία της κόρης (Έλενα Ναθαναήλ) και κυρίως η ελεύθερη σχέση της με το μηχανικό (Σπύρος Φωκάς) είναι ένα απλό φωτεινό ιντερμέντζο, μέσα στο γενικό σκοτάδι. Στο τέλος η Φύση (μέσω ενός καταπληκτικού σκηνοθετικού ευρήματος, με σαφές ιδεολογικό υπόβαθρο), και όχι οι θεσμοί (ποιοί θεσμοί; - τίποτα δεν λειτουργεί...), θα είναι εκείνη που θ’ αποδώσει δικαιοσύνη. Ο Μανουσάκης κινηματογραφεί σε άσπρο-μαύρο, εκμεταλλευόμενος την ιδανική φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη, την έξοχη μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και φυσικά το υποκριτικό ταλέντο των ηθοποιών του, με κορυφαίο όλων τον Ανέστη Βλάχο. Την ταινία την είχα δει για πρώτη φορά πιτσιρικάς, περί τα 15, και θυμάμαι ακόμη την ερώτηση καρφί του φίλου (Θόδωρος Κατσαδράμης) προς τον Ανέστη Βλάχο: «έχεις δει ποτέ γυναίκα γυμνή;». Περίμενα ν’ ακούσω τι θ’ απαντούσε, για να τό'λεγα κι εγώ στους φίλους μου...
Ο Κώστας Μανουσάκης πέθανε στις 26 Αυγούστου του 2005 (ήταν λίγο πάνω από τα 70). Σ’ ένα «Παρασκήνιο» αφιερωμένο στη μνήμη του, που είχε μεταδοθεί την 28/12/2005 από την ET1 (πρόλαβα και το αντέγραψα στο βίντεο, αν κι έχασα τα γράμματα – νομίζω, όμως, πως πρόκειται για την ταινία «Κώστας Μανουσάκης, ο εξόριστος κινηματογραφιστής» του Ηλία Γιαννακάκη), έμαθα πως υπήρξε ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος, σίγουρα μοναχικός, τον οποίον, οι περί τα κινηματογραφικά τυρβάζοντες, τον απομόνωσαν έτι περισσότερο. Και τις τρεις ταινίες που πρόλαβε να γυρίσει τις γύρισε με πολλά προβλήματα, δημιουργώντας την (συκοφαντική, όπως ειπώθηκε) αίσθηση πως ήταν δύστροπος, βασανιστικός με τους ηθοποιούς, απρόσιτος και άλλα τέτοια, που τον έφεραν, σταδιακώς, σε ακόμη μεγαλύτερη κόντρα με τους (υποψήφιους) χρηματοδότες του. Αν και προσπάθησε στη Μεταπολίτευση να περάσει κάποια σενάριά του στο Κέντρο Κινηματογράφου, σκόνταψε στις τότε κομματικές εμπάθειες, εκείνος ένας αριστοκράτης του πνεύματος. Το αποτέλεσμα ήταν να καταρρεύσει νευρικώς, να κλειστεί ακόμη περισσότερο στον εαυτό του, απομακρυσμένος από το σινάφι και κυρίως από την τέχνη του, στερώντας έτσι από την ελληνική κινηματογραφία το τάλαντο ενός κορυφαίου της auteur. Ο Φόβος τού... έφαγε το σωθικά; Σίγουρα ναι.

ΜΟΥΣΑ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ

Στην «προβολή πλήρους προφίλ» έχω γράψει τους τίτλους μερικών βιβλίων όχι τόσο με την έννοια του «αγαπημένου» – αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν μου αρέσουν – όσο, κυρίως, με την έννοια του «χρήσιμου», για το ακόνισμα της σκέψης. Μάλιστα, τους περισσότερους απ’ αυτούς τους τίτλους τούς έβαλα εκεί επειδή τα συγκεκριμένα βιβλία τα διάβασα ή τα ξαναδιάβασα προσφάτως (εννοώ τα τελευταία 3-4 χρόνια). Ένα από αυτά είναι και το «Μούσα Πολύτροπος» [εκδ. Μετρονόμος, Αθήνα 2007] του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη, για το οποίο είχα δημοσιεύσει, παλαιότερα, μία γνώμη στο Jazz & Τζαζ. Την ξαναδημοσιεύω.
Γνωστός μελετητής και κυρίως θιασώτης της λαϊκής κουλτούρας (δικά του είναι τα βιβλία «Μάγκες Αλήστου Εποχής», «Ένας Αιώνας Λαϊκό Τραγούδι», «Ελλήνων Μούσα Λαϊκή», «Αδέσποτες Μελωδίες»), ο Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης επιχειρεί με το παρόν πολυσέλιδο και οπωσδήποτε, φιλόδοξο πόνημα μία αισθητική, πολιτική και κοινωνική προσέγγιση-ανάγνωση του ελληνισμού από την ίδρυση (κυρίως) του σύγχρονου κράτους (1830) και εντεύθεν, χωρίς, φυσικά, να αγνοείται η προηγούμενη ιστορική διαδρομή (αρχαιότητα, ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδος, προαπελευθερωτικά χρόνια), τα σπέρματα της οποίας καθόρισαν σε μικρό, μεγάλο ή μεγαλύτερο βαθμό, την... ευτυχή κατάληξη – εκείνο που ο συγγραφέας ονομάζει «αστικό λαϊκό τραγούδι». Έτσι, ένα κλάσμα μόνον (το τραγούδι) εκείνου που θα συναποτελούσε, μαζί με ό,τι άλλο ειλικρινές, την «ελληνική ταυτότητα», καταλαμβάνει ρόλο οδηγού στην «πολύτροπη μούσα», συμπυκνώνοντας εντός του όλες τις περιπέτειες και τις κατακτήσεις μιας κοινωνίας που, φύσει, αρνήθηκε να γίνει μάζα (τότε, όταν αρνήθηκε...), πηγαίνοντας κόντρα με το έργο της στην άνωθεν, θεσμική ή εξωθεσμική, επιβολή μιας «χαϊδεμένης» κουλτούρας. Η θεώρηση του Καπετανάκη είναι η κλασική μαρξική, υπό την έννοια ότι το υποκείμενο των μεταλλαγών είναι ο ίδιος ο λαός, και πάνω σ’ αυτή τη βάση μπορεί ο καθένας μας να εκφέρει ορισμένες αντιρρήσεις (τις κλασικές επίσης), όσον αφορά στην αγιοποίηση του προλεταριάτου, με την υπονοούμενη απαξία εκείνων των αγαθών του πολιτισμού, που μοιάζει να μην αναδύονται από την «πάλη των τάξεων».
Παρά ταύτα ο Καπετανάκης δεν είναι ο δογματικός θεωρητικός, που θα απονείμει συγχωροχάρτια στα λάθη, τις παραλείψεις και τις παλινωδίες των κομματικών εξουσιών της... επίσημης Αριστεράς, είναι όμως, ταυτοχρόνως, ο μελετητής που έχει ξεκάθαρη άποψη για το «τις πταίει;», όταν γράφει π.χ. ότι «κάθε αξιόλογο δημιούργημα της σμίλης των αιώνων συναντά την περιφρόνηση της άρχουσας τάξης, το θεωρεί ταπεινό και χωριάτικο, απομεινάρι σκλαβιάς, εμπόδιο στον έρωτά της με την Ευρώπη». Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, που διαμορφώνεται (επισήμως) με την ίδρυση του ελληνικού κράτους και που, κακά τα ψέμματα, έρπεται μέχρι σήμερα, ο Καπετανάκης παίρνει θέση, εξαπολύοντας... την πένα του απέναντι στην κατασκευασμένη λαϊκότητα (λαϊκισμός). Επιθεώρηση, Οπερέτα, Θεόφραστος Σακελλαρίδης, Σοφία Βέμπο («πατριωτικές σαχλαμάρες, πομπώδης εκφορά και κραυγαλέα προσποίηση»), Αττίκ («σημαντικό παράδειγμα λαϊκού ταλέντου σε λάθος δρόμο»), Μιχάλης Σουγιούλ κ.ά. βρίσκονται στο στόχο του, όχι τόσο ως πρόσωπα, όσο κυρίως ως «σύμβολα» της «άλλης πλευράς» στην προσπάθειά της να προσεταιριστεί τη λαϊκή συμπεριφορά.
Είναι γεγονός πως ο καθένας από ’μας, με βάση τη δική του σκέψη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν (και) τις άπειρες πηγές που παραθέτει ο συγγραφέας, μπορεί να διαμορφώσει μιαν άποψη για τα θιγόμενα... εκτός, εννοείται (ναι), από ’κείνες τις περιπτώσεις όπου η αλήθεια προτάσσει, ατρόμητη, τα δόντια της. Γιατί όταν υπάρχει η αλήθεια των «παιδιών του δρόμου» (1937), τότε το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να στείλεις στον αγύριστο και την «Μπέμπα» και την «Ραμόνα», μαζί με τον «Γιάννο και την Παγώνα»:
«Είμαι του δρόμου το παιδί το παραπονεμένο
και σαν σκυλάκι κάθομαι στους πάγκους το καημένο.
Το κρύο έχω πίκρα μου, η ζέστη ειν’ η χαρά μου
του καθενός το θέλημα ειν’ η παρηγοριά μου.
Η πείνα δεν με φόβησε, ορφάνια δεν θυμούμαι
βρέθηκα έτσι στο ντουνιά και δεν παραπονούμαι.
Κι αν αποθάνω και βρεθεί κανένας και με θάψει
είμαι του δρόμου το παιδί κι εκείνος ας με κλάψει».
(Το συντριπτικό ρεμπέτικο του Βαγγέλη Παπάζογλου).

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

NEW COOL COLLECTIVE afrokan

Με σταθερή παρουσία στην club και dance σκηνή από 15ετίας, οι Ολλανδοί – ή περίπου Ολλανδοί – New Cool Collective, και με το "Out of Office" [Dox] δείχνει να εμπιστεύονται το δικό τους πολυ-στυλιστικό υβρίδιο (jazz, funk, oriental, afro, latin και caribbean είναι κάποια μόνον από τα μουσικά... μονοπάτια που χρησιμοποιούν στη διαφυγή τους), προκειμένου να στήσουν ένα χορευτικό σκηνικό που άρχεται από τον Bob Azzam των early sixties, για να καταλήξει στον γνωστό, σημερινό, ελεύθερο τρόπο τού... όλα τα σφάζουμε, όλα τα μαχαιρώνουμε. Και αν, συνήθως, ένα ντι-τζεϊκό πρόγραμμα θα μπορούσε να ισχυριστεί πως, τοιουτοτρόπως, πιάνει τον ευμετάβλητο παλμό του ακροατηρίου του, φέρνοντάς το αγάλι-αγάλι στην ποθούμενη έκσταση, εδώ, στην περίπτωση των Ολλανδών, η έκσταση είναι προγραμματισμένο, αθορύβως, να συμβεί καθώς κυλάει το CD. Οι Benjamin Herman σαξόφωνα, Anton Goudsmit κιθάρες, Joost Kroon ντραμς, Willem Friede πλήκτρα, ενορχηστρώσεις, Frank Van Dok κρουστά, Jos De Haas κρουστά, Leslie Lopez μπάσο και David Rockefeller τρομπέτα (οκτέτο... ζωή νά’χουν), έχοντας αποκαταστήσει πλήρη επικοινωνία με ό,τι θα ονομάζαμε «freestyle μουσική ζωή» καλλιεργούν με πειθαρχία τη συμμετοχή, αποφεύγοντας τη «σούπα». Ήτοι, ξέρουν να λαμβάνουν τα μέτρα τους. Γνωρίζουν να διαμορφώνουν το έργο έχοντας για μπούσουλα τα τελευταία επιτυχημένα επεισόδια. Και ναι, φίλοι μου, για τις afro αναφορές πρόκειται, οι οποίες παρότι έχουν γίνει κάπως σαν την... coca-cola, είναι εκείνες, τελικώς, που βάζουν την πιο ισχυρή υπογραφή στην ταυτότητα της μπάντας. Καθότι, εδώ, δεν είναι μόνον το ωραίο “Afrokan”, είναι και διάφορα άλλα εφάμιλλα tracks (“Gigged up”, “Twang”, “Hour glass”, “Buldeo”) ικανά να απαιτήσουν τη συνέχεια της... χρηματοδότησης των Ολλανδών και για την επόμενη χορευτική σεζόν.
Εδώ το "Afrokan": http://www.youtube.com/watch?v=Y0iOTyQHHWg

ssSlick - στον κόσμο τους;

Πανάγνωστο, private άλμπουμ από τα τρίσβαθα του αμερικανικού vocal jazz, blues και groovy funk ήχου μάς προσφέρει η γερμανική Sonorama. Πρόκειται για το “This is ssSlick” των ssSlick, από το 1981. Κουφή ηχογράφηση απ’ όποια πλευρά και να τη δεις, σκεπτόμενος αυτό το... early 80s. Οι άνθρωποι – Everette DeVan όργανο, Lloyd Schad κιθάρα, τραγούδι, Kent Means βιμπράφωνο, Dwight Jenkins ντραμς, φωνή, Pat Morrisey τρομπέτα – ήταν «στον κόσμο τους» (why not?). Έπαιζαν μια μουσική «δέκα χρόνια πριν» – no problem, σήμερα, άλλοι, παίζουν «σαράντα χρόνια πριν» – στοχεύοντας, απλώς, στο κέφι τους. Είπαμε, private pressing... Ξεχνάμε λοιπόν τη χρονιά και ακούμε. Το “Crisco” είναι συναρπαστικό groovy, με hammond που φυσάει, scat singing, και ρυθμικό τμήμα που κόβει σαν τη λάμα του μπαρμπέρη. Το “Next time you see me” είναι ένα up-tempo σπαραξικάρδιο jazz-blues, με τύπου crooner φωνητικά και τυπικά αλλά ωραία soli. Το... σαν big band “Teach me tonight”, με την καθαρή strip αισθητική, περνά από τη λογοκρισία γιατί δεν έχει λόγια. Τη version του “Stormy Monday” την κάνει διακριτή το hammond και η χαλαρή-θεραπευτική της γραμμή. Το closin’ track “Voodoo village” είναι ένας μικρός θησαυρός. Mid-tempo groovy instro – στην πορεία σπάει το κοντέρ – για ανθολογία. Υπάρχουν κι άλλα... Κάπου διάβασα ότι η ηχογράφηση ίσως να προέρχεται, τελικά, από το 1974. Ναι; Αδιάφορο.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

GERALDO PINO blackman was born to be free

Το όνομα του Geraldo Pino έπεσε σαν κεραυνός το κατακαλόκαιρο, στους afro-χώρους, τα τελευταία χρόνια. Κυρίως από το 2005 κι εντεύθεν, όταν επανακυκλοφόρησαν στη Δύση οι πιο σημαντικές του εγγραφές από τα seventies – εκείνες που τον έφεραν σ’ επαφή μ’ ένα εντελώς ανυποψίαστο κοινό, που θεωρούσε (δικαίως ή αδίκως) πως το δυτικοαφρικανικό funk και afrobeat άρχιζε και τελείωνε στον Fela Kuti. Ο ίδιος όμως ο Fela είχε βάλει τα πράγματα στη θέση τους ήδη από το 1982, όταν στο βιβλίο τού Carlos Moore Fela, Fela, This Bitch of A Life (εκδ. Allison & Busby, London) έλεγε χαρακτηριστικά: «Έπαιζα highlife jazz, όταν ο Geraldo Pino ήρθε στο Lagos το 1966 ή λίγο νωρίτερα, ανατρέποντας τα πάντα. Μπήκε στην πόλη με τη soul music τού James Brown και κυρίως μ’ εκείνα τα μηχανήματα, που κανένας από μας δεν είχε ξαναδεί, κάνοντάς μας κομματάκια. Είχε όλη τη Νιγηρία στα πόδια του. Εγώ, προσωπικά, ένοιωθα σαν να έτρωγα κλωτσιά ή κάπως έτσι. Εκείνος ο τύπος από τη Σιέρα Λεόνε ήταν στ’ αλήθεια το κάτι άλλο – ποτέ δεν θα τον ξεχάσω. Δεν είχα ακούσει ποτέ αυτή τη μουσική πιο πριν. Μόνον όταν πήγα στην Γκάνα, λίγο αργότερα, άκουσα ξανά αυτούς τους ήχους, την soul music. Γάμα τα φίλε μου. Έπρεπε να είχες δει τον Geraldo... Θυμάμαι πως είχε έρθει για τρεις ημέρες στο Lagos, μετά πήγε στα βόρεια για κάνα μήνα, πριν επιστρέψει και πάλι στην πρωτεύουσα. Πηγαινοερχόταν στη Νιγηρία και –μεταξύ μας– αυτό δεν το γούσταρα καθόλου. Είχα δει τον αντίκτυπο που είχε αυτός ο γαμιόλης – ήταν συνεχώς μεσ’ το μυαλό μου. Όποτε ερχόταν ήθελα να φύγω από την πόλη, να εξαφανιστώ. Να πάω μακρυά. Στην Αμερική. Να ψάξω το δικό μου δρόμο. Να κάνω κάτι για μένα. Έβλεπα δηλαδή ότι δεν μπορούσα να προχωρήσω, έχοντας εκείνον στα πόδια μου. Το ’67 είχε έρθει πάλι στη Νιγηρία για μία τουρ, αλλά έφυγε γρήγορα για την Γκάνα. Ουφ... Αν και μετά απ’ όσα είχε δημιουργήσει, δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο για μένα εκεί πέρα. Αναγκάστηκα, τότε, να φύγω. Πήγα κι εγώ στην Γκάνα. Μια μέρα, στην Accra, βρεθήκαμε στο κλαμπ του ξενοδοχείου Ringway. Γινόταν το σώσε. Ο κόσμος κρεμόταν απ’ έξω. Έπρεπε να το φανταστώ. Έπαιζε ο Pino. Το τι έγινε μέσα δεν περιγράφεται. Όλη η σάλα πηδούσε και χόρευε. Ήταν απίστευτο. Η μουσική του με είχε συνεπάρει, εντελώς. Για μένα αυτή ήταν η πραγματική χορευτική μουσική. Μπορείς να φανταστείς τη θέση μου σ’ εκείνο το κλαμπ εκείνη τη νύχτα; Έψαχνα να βρω κι εγώ μια δουλειά, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η επιρροή που είχε ασκήσει επάνω μου εκείνος ο άνθρωπος, ώστε ξέχναγα πως ήμουν κι εγώ ένας γαμημένος μουσικός, που έπρεπε κάτι να κάνω στη ζωή μου. Αυτά σκεφτόμουνα. Τελικά βρήκα μια δουλειά στη Γκάνα κι έμεινα εκεί για κανα χρόνο. Έχοντας δει, όμως, τον Pino ήξερα πια τι σκατά θα έκανα κι εγώ από κει και κάτω. Και μάλιστα γρήγορα». Τα λόγια του Fela Kuti λένε τι μισή (τεράστια αλήθεια), γιατί την άλλη μισή τη λένε οι εγγραφές του Geraldo Pino (εδώ με τους Heart Beats), όπως αυτό το live στο Lagos από το 1972 [NIG. EMI - HNLX5108, 1972, UK. Soundway SNDWLP005, 2005] με τα απίστευτα κομμάτια “Blackman was born to be free”, “Man pass man, iron de cut iron”, “Right in the centre”, “On the spot”, “Woman experience” και “Afro soco soul live”. Ακόμη και μέσα από ένα «ψόφιο» βινύλιο μπορεί και ο πιο αδαής να αντιληφθεί τα ψυχικά γιγαβάτ τού ήχου αυτού του καλλιτέχνη, το απίστευτο funky trip στο οποίο μπορούσε να «στείλει» το αλλοπαρμένο πλήθος, και βεβαίως την τόλμη του να χτυπάει με γροθιά στο μαχαίρι, ερμηνεύοντας, λυωμένος σχεδόν, τα δικά του protest songs. Σοκ...

Ο ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΣ DJ

1. ΕΛΠΙΔΑ (ELPIDA) – Στάξε μέλι στην καρδιά σου
2. ΜΙΛΛΗ (MILLY) – Τι ζωή κι αυτή για μας
3. ΧΡΙΣΤΙΝΑ (CHRISTINA) – Ο μάγος
4. ΜΑΡΙΝΑ (MARINA) – Ένα καλοκαίρι μόνο
5. ΠΑΝΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (PANOS KOKINOS) - Άνεμος
6. ΒΙΚΥ (VICKY) - La lettre
7. ΔΑΚΗΣ (DAKIS) – Feelings
8. ΤΑΣΟΣ ΠΑΠΑΣΤΑΜΑΤΗΣ (TASSOS PAPASTAMATIS) – Perhaps, perhaps, perhaps
9. ΤΖΙΜΗΣ ΜΑΚΟΥΛΗΣ (JIMMY MAKULIS) – Όπου κι αν πας θα θυμάσαι
10. ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ & TRIO BELCANTO (NIKOS GOUNARIS & TRIO BELCANTO) – Γύρνα πάλι αγάπη μου

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

ΠΑΥΛΟΣ ΒΑΚΑΤΑΤΣΗΣ (PAVLO V) αντοχή των υλικών...

Μερικά άλμπουμ είναι από τη φύση τους ψύλλοι στ’ άχυρα. «Και τι έγινε;», θα μου πείτε. «Έγινε» θα σας πω, αν η συζήτηση αφορά σε μικρά αριστουργήματα, όπως το “Strength of Materials” του Pavlo V (Παύλος Βακατάτσης). Από τους Άρπα του Αβεσαλώμ και τους Ιωνάθαν (μ’ εκείνο το ωραίο 45άρι «Στο τσίρκο/ Αναγνώρισις», σε ετικέτα Olympic το ’71), μέχρι τη Σπυριδούλα τού «Νάυλον Ντέφια και Ψόφια Κέφια» το ’82 και τους Marshall Plan Kids, ο Βακατάτσης αποτελεί μία ελληνική και κυρίως, μία ολοφώτεινη rock περσόνα, ηχητικώς ασυμβίβαστη – κάνει το κέφι του ο άνθρωπος και πληρώνει, ποικιλοτρόπως, γι’ αυτό. Το “Strength of Materials” ηχογραφημένο σε 7(!) sessions στη Νέα Υόρκη στο διάστημα 10/ 77-χειμώνας/ 79, δεν είναι απλώς ένα απίστευτο collector’s item, αφού τυπώθηκε μόνο σε 100 αντίτυπα, είναι – γιατί αυτό ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα – κι ένα έξοχο stoned folk LP, με ακμαία στοιχεία αμερικανικής roots music (blues, jazz, ballads, country, folk), που θα το ζήλευαν πολλοί εκείνη την εποχή – μηδέ εξαιρουμένου και του ίδιου του Dylan (εκείνη την εποχή). Σε τέτοιου «ύψους» άλμπουμ αναφέρομαι. Ο Βακατάτσης τραγουδά στην αγγλική σαν Aμερικανός του Queens, γράφει δυνατούς, σύγχρονους στίχους, οι συνθέσεις του τέλειες ρέουν χωρίς βία, ενώ οι ενορχηστρώσεις του είναι τόσο, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, περιπετειώδεις, ικανές ν’ αποτελέσουν σενάριο για ταινία (πολλοί από τους μουσικούς των sessions είναι άγνωστοι, προερχόμενοι από αγγελίες στην Village Voice!). Πρόκειται δηλαδή για ένα παντελώς ανεξάρτητο άλμπουμ, χτισμένο βήμα-βήμα, lo-fi στο έπακρο, αλλά με μιαν ειλικρίνεια που «σκοτώνει» – όποιοι ακούσουν την μπαλάντα “Blind alley”, ενοργανωμένη μόνο για μελώδικα και ηλεκτρική κιθάρα, θα καταλάβουν. Μα ακόμη και αν δεν... μη φοβού. Οι ευκαιρίες για βαθεία απόλαυση που προσφέρει αυτός ο δίσκος είναι δέκα, όσες ακριβώς και τα κομμάτια του – κάπου θα σας «πιάσει». Τραγούδια όπως τα “I’m only waiting”, “Last call” (με hammond και... νοικιασμένο κουαρτέτο εγχόρδων – ερωτική μπαλάντα πολλών κυβικών, που αν είχε κυκλοφορήσει δέκα χρόνια νωρίτερα θα συναγωνιζόταν εκείνες του Tom Rush και του Tim Buckley), “I’ll fight them back” (μόνο στο “John Wesley Harding” βρίσκει κανείς τέτοια άσματα) και “Big mama” (ιδιόμορφο folk-blues με αναφορές, συνειδητές ή όχι, στον ήχο του Village – Dave Van Ronk και τα συναφή) δύσκολα τ' άκουγες το '79 και ακόμη δυσκολότερα σήμερα. Το original ξεχάστε το. Η προ διετίας επανέκδοση της Anazitsi, σε 150 μόλις αριθμημένα αντίτυπα, μπορεί και να εντοπίζεται... Και κάτι ακόμη. Το 1980, ο Pavlo V είχε «κόψει», πάντα στη Νέα Υόρκη κι ένα 45άρι με τα τραγούδια “Heading to the station/ What a wonderful time” στην Tin Drum Records [TD-3001]. Κόπιες απ’ αυτό το single είχαν σκάσει και στο Μοναστηράκι πριν καμιά 15αριά χρόνια. Ίσως ο ίδιος να τις είχε σκορπίσει. Ποιος ξέρει;

BLACK FEELING μία δισκογραφική φενάκη

Pacific Rhythm Combo, Shirley Eubanks Ensemble, Esperanto, The Mighty Show-Stoppers, Sexteto Excellencio, Queens Community Show Band, Prince Nafa & His Polynesians – ονοματάρες ε; – και λοιπά, και λοιπά... Ποιοι είναι όλοι αυτοί, και άλλοι τόσοι, που παίρνουν μέρος στη συλλογή “Black Feeling”; Ρίχνοντας μια ματιά στο εξώφυλλο-οπισθόφυλλο του άλμπουμ τής Freestyle, προσέχοντας δηλαδή την αισθητική του (τα φωτοτυπημένα ringwears, τα flipbacks), δεν έχεις παρά να υποθέσεις πως πρόκειται για κάποια παμπάλαιη συλλογή από την Καραϊβική, τις Αντίλες να πούμε, ή την area του Πασιφικού, την οποία ανακάλυψε η Freestyle παρουσιάζοντάς την ως τέτοια· ως «ανακάλυψη» δηλαδή. Παραμύθια. Πρόκειται για τον ορισμό της φενάκης. Το κιτρινισμένο χαρτί, οι φθορές και τα σελοτέιπ στο εξώφυλλο δεν είναι «φωτοτυπιζέ» από το original, αλλά κομπιουτεριζέ, τα ονόματα των συγκροτημάτων είναι αποκυήματα φαντασίας, ενώ και ο ήχος είναι επιμελώς παλιομοδίτικος, ούτως ώστε και από ’κει να τηνε «τρως», νομίζοντας αλλά αντί άλλων. Παραμύθι «σκηνοθετημένο» από τον κιθαρίστα των Bamboos, τον κύριο Lance Ferguson (ένα γκρουπ αποδίδει όλα τα κομμάτια, αποτελούμενο από μέλη των Bamboos, των Cookin On 3 Burners κ.ά.) το “Black Feeling” project κρύβει μεν την παραγματική του ταυτότητα, δεν κρύβει όμως την αφετηρία του και κυρίως, τις προθέσεις του. Την οριοθέτηση ενός groovy, funky πλαισίου, μέσα στο οποίο θα μπορούσε να συνυπάρξουν κλασικά «τζέιμς-μπραουνικά» άγχη, με τον χορευτικό ήχο της Stax, τις afro-caribbean αναφορές, το boogaloo περιτύλιγμα και την blax κορδέλα. Εν αντιθέσει δηλαδή με το προηγούμενο εγχείρημα του Ferguson, τους Cookin On 3 Burners ή μάλλον σε επέκταση εκείνου, το “Black Feeling” δείχνει πιο γεμάτο, πιο ρυθμοδυναμικό και εν τέλει πιο απολαυστικό, όσον αφορά στη μεταφορά των vibes από τις κονσόλες στη ψυχή μας. Γιατί; Προφανής ο λόγος. Όλες, ή σχεδόν όλες, οι συνθέσεις του άλμπουμ είναι (υπέροχες) διασκευές! Και μάλιστα όχι, σώνει και καλά, από την πρώτη γραμμή, αλλά και από τις πίσω θέσεις της δισκογραφίας – εκεί όπου οι εκπλήξεις είναι ο κανών και οι «πατάτες» η εξαίρεση. Το “Honky tonk popcorn” του James Brown (επιτυχία για τον Bill Doggett), το “Night of the wolf” της Al Foster Band (σ’ εκείνη τη short version από το 45άρι της Roulette, το 1975), το “Fire eater” του Rusty Bryant [Prestige, 1971], το “Yo yo” των Richard’s People (σε ετικέτα Tuba, κάποτε στα seventies), το επίσης «μπραουνικό» “Licking stick, licking stick”, αλλά και το “Executive party” του Andre Previn, από το soundtrack του “Rollerball”, όλα αντιμετωπίζονται με τον εννοούμενο σεβασμό όχι μόνον όσον αφορά στα πρωτότυπα, αλλά και στις απαιτήσεις της σημερινής «ντισκο-πίστας». Δύσκολος ο συνδυασμός. Οι Αυστραλοί να κοιμούνται δίχως τύψεις...

LACK OF AFRO Press On

Ποιος κρύβεται πίσω από το όνομα Lack of Afro; Ένας Εγγλέζος 27χρονος ονόματι Adam Gibbons. Και τι πράττει στο ντεμπούτο του “Press On” τούτος ο φέρελπις νεανίας; Επιχειρεί και αυτός να αναστήσει το κλασικό seventies heavy funky, αλλά και soul, σκηνικό, κόβοντας και ράβοντας αναφορές, επιρροές, αναμνήσεις από σπόντα, παίζοντας, σαμπλάροντας και τραγουδώντας (όχι ο ίδιος αναγκαστικώς). Αν και ένας ενδιαφέρων... διαγωνισμός θα είχε να κάνει με την εύρεση-ανακάλυψη των διάφορων «δανείων» στο “Press on” [Freestyle] (στο “Rusty” φερ’ ειπείν ακούγεται η επωδός “Love love love love love” των Wool - επιτυχία και στην Ελλάδα το 1969-70, αφού είχε κυκλοφορήσει και το 45άρι και το LP! -, κάπου αλλού «πιάνεις» τον Steve Marriott κ.ο.κ), είναι η εκδοχή τού Gibbons στο “When the sun goes down” των Arctic Monkeys, που φανερώνει και την ηλικία του, αλλά, κυρίως, τη διάθεσή του να «παίξει» στο overground dance circuit – ωραία version, που αφορμάται από το πρωτότυπο για κάτι άλλο, «δικό του». Είπαμε, ενδιαφέρουσα περίπτωση, αλλά όχι και ο... next Quantic.
"Rusty": http://www.youtube.com/watch?v=_ICSA_8SH5E

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

BOMMI BAUMANN οδοιπορικό...

Πολύ σπάνια μπαίνω σε «mall-οποιημένα» βιβλιοπωλεία. Σχεδόν ποτέ. Μ’ ενοχλεί η τακτοποίηση, η φορμόλη, το γυαλισμένο περιβάλλον. Θέλω το βιβλιοπωλείο να είναι ισόγειο, ή, έστω... υπόγειο, ατακτοποίητο, χωρίς κάμερες, χωρίς «προστασία» και, επίσης, δίχως άσχετο υπαλληλικό προσωπικό, που αύριο θα φύγει, για να βρει δουλειά σε φαστφουντάδικο ή σε εταιρία, που τη ψάχνει με τα νούμερα... Ο βιβλιοπώλης, όπως και ο δισκοπώλης, και όσοι τέλος πάντων ανακατεύονται με τη διακίνηση τέτοιων αγαθών, επιτελούν ιερό έργο. Έτσι πρέπει να το βλέπουν δηλαδή. Πρέπει να είναι έτοιμοι, ανά πάσα ώρα, να σε πληροφορήσουν από μνήμης (και όχι μέσω κομπιούτερ) για ό,τι σχετικό ζητήσεις. Να σου προτείνουν βιβλία, εν προκειμένω, στο είδος που αναζητάς, να σου δίνουν σωστές πληροφορίες και διεξόδους. Επίσης, πρέπει να είναι χαλαροί με τον πελάτη, να τον αφήνουν να ψάχνει και με προσοχή ν’ ανακατεύει, δίχως να λένε από μέσα τους «πότε θα ξεκουμπιστεί, να φύγει». Υπάρχουν τέτοιοι βιβλιοπώλες. Δεν θα τους συναντήσετε όμως πίσω από περισπούδαστα ντεκόρ, ν’ αναπνέουν μεταλλαγμένη χλωροφύλλη, να χαϊδεύουν την πραμάτεια τους λες και είναι ζαχαροπλάστες που τυλίγουν σοκολατάκια.
Ψωνίζω, επίσης, βιβλία από καλάθια. Είναι κάτι που μ’ αρέσει. Περπατάς, πας στη δουλειά σου, πας μια βόλτα, και πέφτεις πάνω σ’ ένα παλιατζίδικο, που έχει και βιβλία (μπορεί και δίσκους), και βγάζει στην πόρτα του πανέρι. Ό,τι πάρεις 1 ευρώ, ή έστω ενάμισι... Τα περισσότερα βιβλία, που έχω αγοράσει, κι έχω στη βιβλιοθήκη μου, είναι τέτοια. Από καλάθια. Πρόσφατα αγόρασα από ένα τέτοιο μαγαζί στη Βεΐκου, στο Κουκάκι, το «Οδοιπορικό» του Μπόμι Μπάουμαν (εκδόσεις Αμηχανία, Αθήνα Μάης 1989 - λίγο πριν, δηλαδή, τα "κοσμοϊστορικά γεγονότα" - σε μτφ. Πάνου Πικραμένου). Υπήρχαν στο πανέρι και κανα-δυο ακόμη που μ’ ενδιέφεραν, αλλά ποτέ δεν είμαι του «πολύ». Θέλω ό,τι αγοράζω να το χρησιμοποιώ άμεσα (να το διαβάζω, να τ’ ακούω) και όχι να στοιβάζω πράγματα, που ίσως κάποτε τ’ αγγίξω. Εξάλλου, μπορεί να ξαναπεράσω... Έδωσα λοιπόν ενάμισι ευρώ, η κυρία μου έκοψε απόδειξη, πριν της πω ότι δεν τη θέλω, πήρα το βιβλίο και κάθισα σ’ ένα παγκάκι και το διάβασα (σχεδόν όλο), μέσα στην επόμενη ώρα. Πιστέψτε με, είναι απείρως αποδοτικότερο από το να ξεφυλλίζεις τα free press...
«Το ‘οδοιπορικό’ είναι μια περίοδος της ζωής του Bommi Baumann, όπως τη βλέπει και τη διηγείται ο ίδιος. Είναι η ιστορία ενός κυνηγημένου ‘τρομοκράτη’, που περιπλανιέται πολλά χρόνια σε τρεις ηπείρους και 33 χώρες. Είδε από κοντά τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, ισραηλινές επιδρομές στη Δαμασκό, κλείστηκε φυλακή στις Ινδίες και στο Α. Βερολίνο. Έζησε με τοξικομανείς, με ινδούς γκουρού και λαθρεμπόρους όπλων. Μια τραγελαφική Οδύσσεια που εκτυλίσσεται σε ένα ακόμη πιο τραγελαφικό διεθνές φόντο»Ο Baumann ήταν ένας από τους ιδρυτές της γερμανικής, αναρχικής, «τρομοκρατικής» οργάνωσης Movement 2 June, η οποία ήλθε σύντομα σε κόντρα με τη μαρξιστική RAF«εκείνα τα διανοούμενα σοβαρά άτομα της RAF», όπως έλεγε και ο ίδιος – με έντονη δράση στο δεύτερο μισό του ’60 και στα πρώτα χρόνια του ’70, αποκηρύσσοντας όμως, πολύ νωρίς (1972), την ένοπλη βία, για να γίνει με τα χρόνια, εκτός από... πληροφοριοδότης της Stasi (έτσι διαδόθηκε, αργότερα και μάλλον ισχύει - εδώ, σηκώνουμε εμείς ψηλά τα χέρια), αναχωρητής, ειρηνιστής, κάτι σαν βουδιστής, ένα είδος μετα-χίπι δηλαδή, που πίστεψε σ' έναν άλλον τρόπο βίου, εκείνον που μέσα από τη μουσική (το ροκ), τα ανώδυνα ναρκωτικά, και την απλή ζωή, θα μπορούσε να δημιουργήσει μιαν άλλη κοινωνική στρωμάτωση.
Το βιβλίο είναι, όπως αντιλαμβάνεστε, αυτοβιογραφικό. Περιγράφει τα ταξίδια και τις περιπέτειες του Baumann στην Ανατολή, και μάλιστα μ’ έναν τρόπο λογοτεχνικά απολαυστικό, έχοντας για ατού την αριστερή, συνθετική σκέψη του συγγραφέα. Οι περιγραφές του για την κοινωνία στο προ-επαναστατικό Ιράν (στην Περσία του Σάχη δηλαδή) είναι εξαιρετικές, όπως κι εκείνες για τη ζωή δίπλα στις φυλές των πολεμάρχων στο Αφγανιστάν – χρήσιμες για όσους, και σήμερα, προσπαθούν να αντιληφθούν πώς σκέπτονται και δρουν αυτοί οι απομακρυσμένοι και σκληροτράχηλοι λαοί. Μου αρέσει επίσης, γιατί σε σχέση με πολλά ζητήματα (κοινωνικά, μουσικά κ.ά.) ο Baumann είναι αφοριστικός. Εν ολίγοις, μου αρέσουν οι αφορισμοί, όταν προέρχονται από ανθρώπους με θάρρος γνώμης. (Φυσικά, για να έχεις θάρρος γνώμης, πρέπει πρώτα να έχεις γνώμη...). Λέει κάπου ο Baumann:
«Το ροκ εν ρολ μ’ ενδιαφέρει, μόνον όταν αρχίζουν οι φωνές και η βαβούρα, όταν δηλαδή ο μουσικός φτάνει σε έκσταση, σε καθαρή ενέργεια. Όλα αυτά τα μελαγχολικά κομμάτια, με τις γλυκανάλατες μελωδίες, ουσιαστικά δεν έχουν τίποτα κοινό με το ροκ. Τα θεωρώ ψευδοτέχνη. Το ροκ έχει κάπου κάποια δόση θρησκείας. Στις σαχλαμάρες που κυκλοφορούν σήμερα, που είναι σκέτη βιτρίνα, δεν τη βρίσκεις πια αυτή την αίσθηση. Η μουσική αυτή δε λέει τίποτα». Και λίγο πιο πριν, όταν μιλάει για τη Goa:
«H Goa βρίσκεται στην ακτή, νότια της Βομβάης. Μέχρι το 1959, ήταν πορτογαλική. Ο Νεχρού με το ζόρι την ενσωμάτωσε στην Ινδία. Οι ντόπιοι δεν συμπαθούν τους Ινδούς, γιατί μετά την ενσωμάτωση τούς πάνε όλα στραβά. Τον καιρό της πορτογαλικής κατοχής – υλικά τουλάχιστον – ευημερούσαν. Τώρα, είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν περισσότερους φόρους και οι Ινδοί θέλουν να απαγορεύσουν τα οινοπνευματώδη. Έτσι, άρχισαν να μουρμουρίζουν ανοιχτά πια. (...) Το γεγονός ότι η Goa είναι το βασίλειο των χίππυς το χρωστάει σ’ έναν άνθρωπο που ήταν χρηματιστής στην Γουώλστρητ. Είχε το παρατσούκλι ο ‘οκταδάκτυλος Έντυ’, γιατί είχε μόνο 8 δάκτυλα. Έμοιαζε λίγο με τον Φρανκ Ζάππα, μόνο που ήταν λίγο πιο καλοσυνάτος (σ.σ. τι μαθαίνει κανείς...). Γύρω στο 1968 ανακάλυψε τη Goa. Στην αρχή όλα τα φρηκιά άραζαν στην Καμπούλ, μετά στο Δελχί και ύστερα στη Βομβάη. Σιγά-σιγά σαν προορισμός τού hippy-treck καθιερώθηκε η Ινδία. Και ο ‘οκταδάκτυλος Έντυ’ ήταν το πρώτο φρικιό που ήρθε στη Goa. Στη συνέχεια γύρναγε σε όλα τα ξενοδοχεία της Βομβάης κι έλεγε σε όλους τους Γιάνκηδες πόσο απίθανα ήταν εκεί – σωστός παράδεισος – κι ότι όλοι έπρεπε να πάνε. (...). Όταν φθάσαμε, ζούσαν εκεί μερικές εκατοντάδες χίππυς. Όχι όπως τώρα, που διαχειμάζουν εκεί χιλιάδες τουρίστες. Υπάρχει μέχρι και απ’ ευθείας πτήση Μόναχο-Goa κι ένα ξενοδοχείο για τουρίστες που το λένε Tadsch-Mahal, στο Port Aguada. (…) Εκεί ζούσαν Γιάνκηδες, Άγγλοι, Ολλανδοί, Γερμανοί, μερικοί Αυστραλοί και Καναδοί. Οι Γάλλοι ήρθαν μερικά χρόνια αργότερα. Είναι γελοίο, όταν στο εξωτερικό οι άνθρωποι ζουν με άλλους της ίδιας εθνικότητας. Μέχρι και στις γιορτές οι Βορειοευρωπαίοι κάθονταν χωριστά απ’ τους Λατίνους. Πάντως υπήρχε συνέχεια κίνηση. Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά οι έμποροι κίνησαν γη και ουρανό κι έφεραν μια ηλεκτρογεννήτρια, για να υπάρχει ρεύμα για την ορχήστρα της γιορτής. Έπαιξε μουσική πολύς κόσμος, Πολλοί είχαν μαζί τους τα όργανά τους. Συχνά βρίσκονταν εκεί μουσικοί από διάσημα γκρουπ, όπως ο Πητ Τάουνσεντ και ο Μπάντυ Μάιλς. Τα πάρτυ άξιζαν τον κόπο. Οι Ινδοί διαφήμιζαν στη Βομβάη εκδρομές στη Goa, με συμμετοχή στις χίππικες γιορτές της εμφάνισης της Σελήνης. Η Πανσέληνος ήταν ευκαιρία για τρελά πάρτυ. Όλοι έπαιρναν ό,τι ναρκωτικό ήθελαν. Οι μουσικοί αποθεωνόντουσαν. Έπαιζαν 10-12 ώρες, συνέχεια, και ο κόσμος χόρευε. Στην αρχή υπήρχαν ακόμη οι τύποι της ‘αδελφότητας της αιώνιας αγάπης’, που είχαν μαζί τους μπουκαλάκια με LSD, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούσαν οι χίππιδες το ’60. Κυκλοφορούσαν ανάμεσα στον κόσμο και ο καθένας τους έλεγε πόσες σταγόνες ήθελε. Παλιότερα τα νοίκια για τις καλύβες ήταν κανα-δυο ρουπίες και πάντα υπήρχε κάποιος που σε βοηθούσε στις δουλειές. Είναι αυτονόητο πως στην παραλία δεν υπήρχε ηλεκτρικό και ύδρευση. Αν ήθελες ν’ ακούς μουσική, έπρεπε να νοικιάσεις μια μπαταρία αυτοκινήτου. Στην Baga, υπήρχαν ένα-δυο γραμμές παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Το βράδυ, όμως, που η ζήτηση του ηλεκτρικού αυξανόταν, χαμήλωναν τα φώτα και έπεφταν οι στροφές των μαγνητοφώνων. Οι λάμπες φώτιζαν τόσο αδύνατα, που μόλις και έβλεπες γύρω σου. Έπειτα ήταν και οι άπειρες ερωτικές περιπέτειες (...)».
Όταν διάβασα αυτό το βιβλίο, την προηγούμενη Δευτέρα, σ’ εκείνο το παγκάκι της Βεΐκου, απέναντι σχεδόν από το Τερα-Μουσείο της Ακρόπολης, είπα πως η εβδομάδα μου ξεκίνησε ωραία. Τώρα, που αντέγραψα αυτό το μικρό απόσπασμα για ’σας, νομίζω ότι τελειώνει ακόμη ωραιότερα...
(τις photo τις δανείστηκα από τα www.spiegel.de και www.goagil.com)

ΣΙΓΑΝΙΔΗΣ - ΡΕΛΛΟΣ - ΣΙΓΑΝΙΔΗΣ πρωί - μεσημέρι - βράδυ...

Επανεκδόθηκαν σε CD πριν από δύο χρόνια [Lyra], αλλά επειδή τα ξανάκουσα πρόσφατα, με αφορμή ένα προηγούμενο post για τον Νίκο Κυπουργό – είχε μελοποιήσει τον «τρελό λαγό» του Μίλτου Σαχτούρη, στο άλμπουμ του «2», το 1970 –, είπα να ανασύρω κάποιες παλαιότερες απόψεις. Εξάλλου, και τα δύο δισκάκια είναι από τα λίγα proudly presents της λεγόμενης «ελληνικής τζαζ», τα οποία αξίζει (για να μην πω «οφείλουν») να προσέξουν οι νεώτεροι. Το ένα ο «Μικρός Αδερφός» (1988) του Μιχάλη Σιγανίδη, το άλλο «Το Πρωί Και Το Βράδυ» (1990) των Μιχάλη Σιγανίδη-Θοδωρή Ρέλλου. Οι επανεκδόσεις, ανανεωμένες ψηφιακώς και επιμελημένες κατά τον καλύτερο τρόπο, έρχονται (και όχι επανέρχονται) αγέρωχες στο τώρα, προκειμένου να πάρουν θέση ανάμεσα στα ακούσματα της εποχής. Το κατορθώνουν αυτοστιγμεί. Ο «Μικρός Αδερφός» ήταν (τότε), το ντεμπούτο άλμπουμ του Μιχάλη Σιγανίδη. Καταγράφει την προσπάθεια μιας παρέας από τη Θεσσαλονίκη (αν και δεν ήταν όλοι οι συμμετέχοντες Θεσσαλονικείς) να παρέμβει μέσω ενός υλικού «εκπλήξεων». Η jazz, το blues, το rock, η avant-garde, o αυτοσχεδιασμός, το απρόσμενο, τα... μη επικοινωνούντα δοχεία (κολάζ), και από ’κει και κάτω o «ελληνικός τρόπος», το θέατρο, το σινεμά, η ποίηση, ο πνευματικός γέρων κόσμος που χάνεται, το «θυμάμαι άρα υπάρχω», όλα θα παραταχθούν εν τάξει, δημιουργώντας μία αρχέτυπη ηχητική αλυσίδα, επί της οποίας θα συνεχίσει να προσθέτει κρίκους, για χρόνια, ο Μιχάλης Σιγανίδης. Αργύρης Μπακιρτζής, Φλώρος Φλωρίδης, Θοδωρής Ρέλλος, Τάκης Κανέλος, Δημήτρης Πολυζωίδης, Γιάννης Μουρτζόπουλος, Κώστας Βόμβολος, Φούλης Μπουντούρογλου, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Παπάζογλου, Γιώργος Πεντζίκης και όσοι άλλοι, συμβάλλουν από ποικίλες θέσεις στο «μικρό αδερφό», ολοκληρώνοντας ένα έργο το οποίο μοιάζει κάπως με «μήνυμα σε μπουκάλι». Ο «Βιαστής»... που ήταν γυναίκα, το «Ένα πρωί» όταν... ξύπνησα ανήσυχος, με μια βαριάν εντός μου λύπη, για κάτι που ποτέ δεν γνώρισα, και τό’νιωθα όμως πως μου λείπει – το θλιμμένο ποίημα του Λέοντος Κουκούλα για τη συντριβή της πραγματικότητας –, το πυρετικό/ (αυτο)ερωτικό απόσπασμα από το «Προξενιό της Αντιγόνης» του Βασίλη Ζιώγα, η ανέφικτη «Ωδή στα πουλιά», είναι μόνο μερικά από τα κομμάτια-σημάδια ενός άλμπουμ, που εξακολουθεί να εκπέμπει. Όπως πάντα. Σχεδόν τρία χρόνια αργότερα η παρέα επιστρέφει. Σιγανίδης, Ρέλλος και ακόμη Πολυζωίδης, Μουρτζόπουλος και όλοι οι υπόλοιποι... συγγενείς και φίλοι, με νέο υλικό, με καινούριες ιδέες, με τα ίδια παλαιά-ανάποδα και κυρίως με τη «θριλερ-ική» ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη υπό μάλης, ετοιμάζουν ένα άλμπουμ (στο «Πρωί Και Το Βράδυ» αναφέρομαι) που έπεσε σαν κοτρώνα στο διαλυμμένο, τότε, πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό. Τέλη ’90, αρχές ’91, γυρίστε το ημερολόγιο να θυμηθείτε. «Το πρωί και το βράδυ», «Κύριε», «Το καφενείο», είναι οι τίτλοι τριών ποιημάτων – επιλεγμένα μέσα από το κορυφαίο spoken word άλμπουμ της ελληνικής δισκογραφίας «Ο Μίλτος Σαχτούρης Διαβάζει Σαχτούρη» [Διόνυσος/ Lyra, 1977] – τα οποία, τη βοηθεία των μουσικών χαλιών των Ρέλλου/ Σιγανίδη, μεγεθύνουν στο πολλαπλάσιο το ανατριχιαστικόν του πράγματος. Κι εδώ το κολάζ, ο αυθορμητισμός, η (λαϊκή) ελληνικότητα, ο Μίκυ Μάους (δηλαδή ο Ντόναλντ – τι άθλια φωνή βρε παιδί μου, καλά να πάθει αφού πίνει το... ζουμί του κεφτέ), ο Μότσαρτ, ο Κροκοδειλάκιας, όλοι και όλα, καταγράφουν το... πνεύμα και την ηθική μιας ομάδας δημιουργών, που, σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, συνεχίζει να εκπλήσσει.
Σημαντικότατα άλμπουμ.

ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ Blues tales

Είναι ευχάριστο, δηλαδή πολύ ευχάριστο, για να μην πούμε ότι ξαφνιάζει σε απροσδόκητο βαθμό, να βλέπεις/ ακούς έλληνες μουσικούς, οι οποίοι να επιχειρούν να παίξουν τα blues με τον «διαστρεβλωμένο» τρόπο του Taj Mahal ή του Captain Beefheart. Να υπάρχει, να παρουσιάζεται, ή έστω να αναζητείται μία επέκταση της κλασικής φόρμας, προς την κατεύθυνση της προσωπικής συμπύκνωσης· του τρόπου, με άλλα λόγια, να «βγαίνει» ο εαυτός σου πάνω από τ’ ακούσματα. Κι εντάξει, για έναν Αμερικανό. Είναι θεμιτό να θέλει να δρασκελίσει το παρελθόν, να ποτίσει το blues δένδρο, εν προκειμένω, με νέο «μολυσμένο» ύδωρ. Για έναν Έλληνα όμως; Και μάλιστα για κάποιον που δεν ζει καν στο κέντρο, αλλά σ’ ένα χωριό/κωμόπολη της Φθιώτιδας, ποιά η αιτία να το πράξει; Για τους Small Blues Trap ο λόγος, ένα από τα καλύτερα (που δεν είναι και πολλά) εγχώρια blues σχήματα. Από την πρώτη φορά που τους άκουσα, στο εξαιρετικό CD-R “Our Trap” του 2005 (ακολούθησαν και άλλα demos, αλλά και «κανονικές» κυκλοφορίες), μου είχε κάνει εντύπωση η διάθεσή τους και βεβαίως η... απόφασή τους (γιατί δεν έμειναν στη διάθεση), να κινηθούν πέραν του αναμενόμενου. Σ’ αυτήν ακριβώς τη διαδρομή, τη στρωμένη με ισχυρό ακουστικό feeling, τοποθετείται και το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του Παύλου Καραπιπέρη “Fifteen Raindrops In an Ocean of Blues Tales” [Shelter Home Studio], του μουσικού που παίζει κιθάρες, φυσαρμόνικα και τραγουδά στο συγκρότημα. Χειριζόμενος ποικίλες κιθάρες (ακουστική, steel, slide ακουστική, ηλεκτρική) και ακόμη άταστο ακουστικό μπάσο, λίγα πλήκτρα, φυσαρμόνικα και κρουστά, ο Καραπιπέρης στηριγμένος απολύτως σε δικό του υλικό, παίρνοντας ταυτοχρόνως κάποιες μικρές βοήθειες «απ’ έξω» (Παναγιώτης Δάρας lead ηλεκτρική, Λευτέρης Μπέσιος ηλεκτρικό μπάσο, Σωτήρης Κουρούτης πιάνο, πλήκτρα) συντάσσει έναν blues δεκαπεντάλογο (τραγούδια και instros) ικανό να σε βυθίσει σ’ ένα... βεβαρημένο σύμπαν. Αν η φόρμα επηρεάζει και καθοδηγεί το περιεχόμενο (όταν συμβαίνει...) τότε θα λέγαμε πως οι ιστορίες του Καραπιπέρη ακολουθούν μία «έντεχνη» θεματική (με σαφείς αναφορές στην street poetry του Tom Waits), εκεί όπου η νύχτα, οι γυναίκες, τα ποτά, η μοναξιά και η τύχη αδελφοποιούνται. Το αποτέλεσμα – γιατί αυτό έχει σημασία – δεν είναι απλώς συμβατό με ό,τι (σχετικό) ανακαλεί ο καθείς στη μνήμη του, είναι και πειστικό, στο βαθμό κατά τον οποίον η μεταφορά από το επίπεδο της «ιδέας» στο επίπεδο της «πραγματικής ζωής» συντελείται με ανεπαίσθητο τρόπο. Ως γνωστόν η Τέχνη αντιγράφεται, η ζωή... δύσκολο.

THE ROCKETS Hot Rod Boogie

Η ελληνική rockabilly σκηνή έχει παρελθόν και παρόν (για το μέλλον, θα πρέπει να δούμε τ’ άστρα...). Είναι ακμαία – εννοούμε πως υπάρχει κοινό, βγαίνουν δίσκοι, γίνονται happenings και live – και, γενικώς, εξελίσσεται μ’ έναν τρόπο που σε κάνει να πιστεύεις πως τίποτα δεν είναι «εδώ», επειδή είναι, τάχα, συμπτωματικό. Αυτό ακριβώς το «βάθος» – η γνώση, με άλλα λόγια, των κανόνων του είδους – ενυπάρχει σε κάθε στροφή των τραγουδιών των Rockets, ενός συγκροτήματος που αποτελεί «αναφορά» για το χώρο τα τελευταία χρόνια. Τέσσερις είναι οι Rockets: ο Τάσος “Ace Moreno” Σαβουλίδης φωνή, κιθάρες, ο Χρήστος “Buddy 67s” Ζώης slap bass, ο Παναγιώτης Παπαπορφυρίου lead κιθάρες και ο Χρήστος Κουτσογιάννης ντραμς. Και οι τέσσερις είναι «παιδιά των fifties», του κλασικού δηλαδή rockabilly ήχου, ενός ήχου που ξεκίνησε νωρίς εκείνη τη δεκαετία, συμβαδίζοντας στη διαδρομή με όλες τις εξελίξεις στο στυλ. Από το frat και το garage μέχρι το punk και τις new roots αναζητήσεις, το rockabilly (ένας συνδυασμός, χονδρικώς, western swing, boogie-woogie και rhythm n’ blues) παραμένει «αμόλυντη πηγή έμπνευσης»· ο πιο ατίθασος «γονιός», αλλά ακόμη «αδέρφι» και «τέκνο» στη διαδρομή, του ίδιου του rock n’ roll. Οι Rockets δεν μοιάζουν με Έλληνες – αν αυτό έχει νόημα να το πούμε (και έχει). Δεν τους νοιάζει η ταύτιση με εγχώριους ήρωες, ούτε ενδιαφέρονται να «ροκεντρολίσουν» τον «Ζορμπά», ή να «ροκαμπιλίσουν» τη «Μισιρλού». Δεν τους ενδιαφέρει, επίσης, να παρουσιαστούν, σώνει και καλά, ως διακευαστές του Carl Perkins, του Johnny Cash ή του Gene Vincent – «προσκυνούν» μεν, αλλά προτιμούν να παρουσιάζουν και το δικό τους υλικό – πατώντας με δύναμη στο δικό τους χώμα. Τα τραγούδια τους διαρκούν εκεί γύρω στα 3 λεπτά, πολλά είναι και συντομότερα – στο rockabilly τα πάντα είναι βιαστικά – μιλούν για κορίτσια που προδίδουν αγάπες, για αγόρια που δουλεύουν σκληρά, περιμένοντας να «μεταμορφωθούν» τα Σαββατόβραδα, για τρένα και αυτοκίνητα που εξακολουθεί να τρέφουν το μύθο της μεγάλης φυγής... Θα τα έχετε ήδη βρει στο CD τους “Hot Rod Boogie” [On Stage] που κυκλοφορεί από το 2006, θα τα έχετε ακούσει στο An, στο Closer, στο Blue Fox, στο After Dark, στο Tiki... Στα πρατήρια βενζίνης...

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

ΣΙΝΕΦΙΛΙΚΑ...

Η «μαγεία της σκοτεινής αίθουσας» και τρίχες κατσαρές. Για ποια «μαγεία» μιλάμε, όταν είσαι αναγκασμένος να υποστείς τον κάθε αχαρακτήριστο, που πηγαίνει στο σινεμά για να φάει και να πιει, ζέχνοντας ποπ-κόρν και κοκα-κόλα; Πρέπει ν’ απαγορευτεί, με... συνταγματική αναθεώρηση, το φαΐ και το πιοτί στο σινεμά. Πάει και τελείωσε. Άιντε, ν’ ανεχθείς το στριμωξίδι (που δεν το ανέχεσαι για κανένα λόγο). Άιντε ν’ ανεχθείς το διπλανό σου, που απλώνεται στο κάθισμά του λες και κάνει ηλιοθεραπεία (πας αλλού, ok – αν υπάρχει θέση). Άιντε, ν’ ανεχθείς και τη σαχλαμάρα που ξεστομίζει ο κάθε πικραμένος, περιμένοντας να του προσπορίσει δόξα το... σινεφίλ κοινό. Όλα μπορεί να τ’ ανεχθείς, εκτός από τις μυρωδιές. Φαΐ, κλανιές, ρεψίματα, απλησιά, «αποσμητικά» χώρου, «αποσμητικά» γενικώς... Τα πάντα βρωμάνε. Ακόμη κι οι μοκέτες. Πας να δεις μια ταινία και σου γυρίζουν τ’ άντερα. Υπάρχει λοιπόν ένα σινεμά, που, πραγματικά, μου φτιάχνει το κέφι. Είναι το Παλάς, στο Παγκράτι. Μιλάμε για μία καταπληκτική, παρατημένη, μακρόστενη σάλα (με τις σωστές μακρόστενες διαστάσεις), με άθλια καθίσματα (πρέπει να ’σαι Πυγμαίος, για να κάτσεις κάπως άνετα), πλην δυο-τριών «αεροπορικών»(!) – τα οποία έχω νοικιάσει –, πραγματικά μεγάλη οθόνη (όχι multi τσιγκουνιές), καλόν ήχο (εδώ, υπάρχει, ευτυχώς, ένας εκσυγχρονισμός) και, κυρίως, με δυο αφεντικά, έναν άντρα και μια γυναίκα, που κρατούν την επιχείρηση, αλλά είναι και στον κόσμο τους.
Η γριά (με σεβασμό και με συμπάθεια την αποκαλώ τοιουτοτρόπως) κάθεται, συνήθως, στο ταμείο. «Συνήθως», λέω, γιατί τις περισσότερες ώρες δεν θα τη βρεις εκεί. Ξεπορτίζει. Έτσι, το σινεμά παραμένει εντελώς αφύλακτο, βορά στον κάθε τζαμπατζή. Περίεργο όμως. Γιατί το εισιτήριο στο Παλάς είναι αστείο, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να το πληρώσει όλος ο κόσμος. (Δε μιλάμε δηλαδή για τις τιμές των «καθωσπρέπει» αιθουσών, που είναι... φαρμακείο. Πληρώνουμε σαν ηλίθιοι...). Φαίνεται, όμως, πως μερικοί ή είναι πολύ «μάγκες», ή δεν διαθέτουν ούτε καν τα στοιχειώδη. Πηγαίνεις λοιπόν στο Παλάς και γλιτώνεις όλη εκείνη την αμερικανίλα, ου μην αλλά και την ευρωπαΐλα, που πρόθυμα αντιγράψανε οι διάφοροι μπαστουνόβλαχοι. Είναι σαν να βουτάς κατευθείαν στα greek fifties. Θες στην Αμαλιάδα, θες στην Άρτα, θες στην Κοζάνη..., μιλάμε για τέτοιο κλίμα. Κοιτάς γύρω σου μήπως σε «κόβει» ο χαφιές ή έστω ο γυμνασιάρχης σου...
Το σινεμά δεν έχει κόσμο. Πάνε λίγοι. Και, κυρίως, μιας κάποιας ηλικίας. Εγώ λέω «ευτυχώς», κυρίως γιατί οι «κάποιας ηλικίας» κάθονται ήσυχοι, αποφεύγουν την κοκα-κόλα – εκτός αν μιλάμε για τίποτα πορνόγερους –, ενώ και στο φαΐ είναι εγκρατείς, αφού τρώνε σπίτι τους· που τους έρχεται και φθηνότερα. Εξάλλου - και εν αντιθέσει με τους πιτσιρικάδες - αυτοί δεν έχουν μπαμπά, για να τα "χώνει" ες αεί. Βέβαια, ο ιδιοκτήτης, ο γερο-Πόταγας, θα λέει «δυστυχώς». Δε με νοιάζει. Έτσι κι αλλιώς κατά βάθος μού τη σπάει. Είναι καχύποπτος – κι αυτός και η γριά. (Μ’ έχουν ρωτήσει 2-3 φορές αν έχω βγάλει εισιτήριο, ενώ κάθομαι αναπαυτικά – απλωμένος, κάνοντας ηλιοθεραπεία – έχοντας, φυσικά, πληρώσει. Τέλος πάντων. Ξέρουν ότι μπουκάρουν διάφοροι και φυλάνε τα ρούχα τους). 
Εκείνο, όμως, που κυρίως μ’ ενοχλεί έχει να κάνει με το ότι είναι εθνικιστής (διαφόρων αποχρώσεων). Έτσι νομίζω δηλαδή. Παλιά, είχε κοτσάρει στη μόστρα τού σινεμά του μια ταμπέλα της «Δημοκρατικής Περιφερειακής Ένωσης», του «Ιταλού» Μιχάλη Χαραλαμπίδη. Αργότερα περάσαμε στον Παπαθεμελή – στα τραπεζάκια του φουαγιέ δεν έβλεπες προγράμματα, αλλά τις προκηρύξεις της «Δημοκρατικής Αναγέννησης». Τώρα, στις τελευταίες εκλογές, μού βγήκε «Καρατζαφέρης». (Παρεμπιπτόντως. Δε με αφορά, αλλά αν βγει ο Σαμαράς στη ΝΔ, είναι σίγουρο πως η... πολυκατοικία θα παραμείνει, αλλά χωρίς τα διαμερίσματα... Ρε πως τα φέρνει η ζωή... Να προσεύχεται ο Καρατζαφέρης, για να βγει η Ντόρα...).
Βουρ λοιπόν για το Παλάς. Με τρία ευρώ η ταινία, χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, χωρίς ορδές, χωρίς ουρές και, κυρίως, χωρίς αηδιαστικές μυρωδιές... πέραν μιας κάποιας ποιητικής αποφοράς, καθώς το βλέμμα πλανάται στα περασμένα μεγαλεία. Τα οποία μεγαλεία, έτσι όπως τα λέμε, ελπίζω να τα σεβαστούν όσοι ορέγονται την αίθουσα – ΥΠΠΟ, εργολάβοι κ.λπ. – αφήνοντάς τα στη φθορά τους. Γέρο, γερά...

VILLE LEINONEN φινλανδικό weird III

Φινλανδός, κάπως σαν ασκητής, μουσικός-τραγουδοποιός, ο Ville Leinonen έγραψε το υλικό τού “Raastinlauluja” την περίοδο 1996-97, βγάζοντάς το αρχικώς μόνο σε κασέτα· πριν το δώσει δηλαδή στον Sami Sanpakkila της Fonal Records, για μια κανονική, πια, κυκλοφορία (σε CD) το 2002. Μέσα στον αστερισμό της... βουκολικής εταιρίας, ο Leinonen παραδίδει μια σειρά πρωτόλειων τραγουδιών, ή περίπου τραγουδιών, ενοργανωμένα, συνήθως, με τα απολύτως απαραίτητα. Βεβαίως, τα όργανα, από μόνα τους, μπορεί να μη λένε κάτι περισσότερο – είναι ο τρόπος διαπλοκής τους εκείνος που δίνει «άποψη» στο άλμπουμ – λέει, πάντως, η απόπειρα του Φινλανδού να προεξοφλήσει, όντας κάτω από τον θαμπό ήλιο και τα απάτητα δάση της πατρίδας του, τις διακριτικές σχέσεις ανάμεσα στον psych ήχο των early eighties (Deep Freeze Mice), το pop-folk και το punk, βασισμένος σε μια “z”, lo-fi επεξεργασία. Καν’ το μόνο σου όπως λέμε, ή, έστω, με τον κολλητό σου...

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

TOMUTONTTU φινλανδικό weird II

Από πλευράς ονομάτων τα φινλανδικά γκρουπ της Fonal σκίζουν (τουλάχιστον για ’μας, που δεν γνωρίζουμε τη γλώσσα). Πάμε παραμέσα... Tomutonttu είναι το «άλλο εγώ» τού Jan Anderzen από το Tampere, ενός μουσικού που υπάρχει στη σκηνή από το 1995, μέσω του project Kemialliset Ystavat. Ως Tomutonttu πρέπει να ξεκινά εκεί γύρω στο 2002, στην αρχή ηχογραφώντας μόνο σε κασέτες και εν συνεχεία σε βινύλιο. Το πρώτο από τα δύο άλμπουμ του, που εδώ παρουσιάζουμε, κυκλοφόρησε σε LP το 2006 από την Ultra Eczema, ενώ το δεύτερο, επίσης σε LP (2007), από την Beta-Lactam Ring. Και τα δύο επανεκδίδονται τώρα σε CD από τη Fonal, δίνοντάς μας αφορμή για ό,τι επακολουθεί. Το “Tomutonto” (31:04), όπως ήδη πληροφορείστε, δεν είναι από ’κείνα τα folk-avant ηχογραφήματα, που επιβάλλονται δια του όγκου τους. Το άλμπουμ διαρκεί «λίγο», με μικρά και λίγο μεγαλύτερα θέματα (από 1:31 έως 6:35), στα οποία όμως συμπιέζεται ένας ευρύτατος ηχητικός κόσμος. Θα μπορούσε να μιλήσει κάποιος για ένα είδος «περιβαλλοντικής electronica», αν ο όρος δεν ήταν ήδη... ανενεργός, από τους new-agers. Παρά ταύτα, και το ένα και το άλλο ισχύουν. Και το «περιβαλλοντικό», με ήχους της φύσης – ζώα, έντομα, άλλα τινά – και το «electronica», αφού χρησιμοποιούνται samples, γίνονται λούπες, επισυμβαίνουν στούντιο-επεξεργασίες, ανασύρονται εφέ, λειτουργούν κολάζ. Θα το ξαναπούμε. Υπάρχει μιαν... αρχαιοπρέπεια σε πολλά folky έργα των σύγχρονων Φινλανδών. Κάπως σαν μια μέθοδο να αποδωθούν «ευθύνες» στο σημερινό τρόπο ζωής, που προαπαιτεί την απομάκρυνση του ανθρώπου από το φυσικό του χώρο. Και όντως. «Παραμυθιάζονται» αγρίως οι Σκανδιναυοί, επισκεπτόμενοι με δέος το υποσυνείδητο, αναβιώνοντας ξεγραμμένους μύθους, ζώντας αγκαλιά με... συμπαθή τέρατα και ομολογημένες χίμαιρες. Το είδαμε στο «Άσε το κακό να μπει», το ακούμε στα άλμπουμ της Fonal Records... Στο “Tomutonttu” (36:28) – παρότι η γενικότερη προβληματική και αισθητική δεν αλλάζει – ο Anderzen εμφανίζεται ακόμη πιο ερμητικός. Οι λούπες του έχουν μεγαλύτερο ρόλο στα διαδραματιζόμενα, οι φυσικοί ήχοι ακούγονται περισσότερο έντονοι, ενώ τα σχεδιασμένα υποστρώματα μοιάζει να συμβολίζουν πια τον ακίνητο... γεωλογικό χρόνο. Αναπαρίσταται η εποχή των ανθρωπιδών; Πιθανώς, αφού οι «ανθρώπινοι» ήχοι δεν αγγίζουν το όριο της ομιλίας, χαμένοι μέσα στο γενικότερο ζωολογικό και πτηνολογικό περίγυρο.

ES φινλανδικό weird Ι

Fonal Records. Ένα απολύτως «προσωπικό» label, που οδηγεί με μεγάλη εθνική υπερηφάνεια ο Φινλανδός Sami Sanpakkila. Δύσκολο να το περιγράψεις (το label). Ακόμη κι ένας τίτλος τύπου "weird electro-folk" μοιάζει λίγος μπροστά στο πάθος, τη δύναμη, το λυρισμό και, κυρίως, τη φαντασία που απλώνει σε ό,τι παράγει, τούτος ο απίστευτος Σκανδιναυός. Αυτά, για εισαγωγή... Ο Sanpakkila δεν είναι μόνον ένας... πολλαπλός εταιρειάρχης. Είναι και ο ίδιος συνθέτης και διαχειριστής, εκδίδοντας συχνότατα άλμπουμ κάτω από το όνομα Es. Το διπλό CD του “Sateenkaarisuudelma” (2007) είναι το τέταρτο δικό του, ένα «χαμηλής πτήσης» έργο, χωρισμένο σε τρία μέρη (στο βινύλιο φαίνονται καλύτερα). Στο εισαγωγικό “Sateenkaarisuudelma”, που καταλαμβάνει όλο το πρώτο CD και διαρκεί 40 λεπτά, ο Sanpakkila, με μικρές βοήθειες (μία φωνή που ακούγεται για λίγο, ένα βιολί, μία κιθάρα, ένα τσέλο, ένα casio) γίνεται κύριος ενός ηχητικού γεγονότος, minimal οπωσδήποτε (όχι όμως χυλωμένο, ώστε να μην ξέρεις τι ακούς) και με μικρές... προσθαφαιρέσεις περί τη θέση ισορροπίας. Όπως συμβαίνει, συνήθως, και σε ανάλογες περιπτώσεις, η βασική ιδέα των «συνθέσεων» είναι απλή – ίσως να είναι και ανύπαρκτη! – κι έχει να κάνει με την αέναη μεγέθυνση του στοιχειώδους. Η «εμπλοκή», που μοιάζει με λούπα (δεν είναι), προσφέρει στον Sanpakkila την απαραίτητη ταξιδευτική κάλυψη. Στο δεύτερο μέρος, το “Maailmankaari” (19:54), παρότι τα όργανα λιγοστεύουν σε αριθμό, το ηχητικό αποτέλεσμα προσεγγίζει – και με τη χρήση κάποιων στοιχειωδών μελωδικών κανόνων – folk, χαοτικές καταστάσεις, με σαφή ψυχεδελική προέκταση. Τα δύο τελευταία tracks, τα “Universaali totuus” και “Pianokaari”, που αποτελούν το μέρος "Pianokaari" (18:18), ήχουν εντελώς διαφορετικά. Το πρώτο θυμίζει τα πειράματα του Rhys Chatham με τις ηλεκτικές κιθάρες (αν και εδώ έχουμε μόνο δύο), ενώ το δεύτερο μοιάζει να στηρίζεται σε «προετοιμασμένες» πιανο-συνταγές, με επεξεργασμένα φωνητικά και θορυβοποιά «ισοκρατήματα». Weird... όσο δεν πάει.

DORIAN ΘΕΟΔΩΡΟΣ KOKAS 26/8/1951 - 18/11/2009

Βρήκα το mail του Νίκου, όταν γύρισα το μεσημέρι στο σπίτι. «Ο Ντόριαν Κόκκας πέθανε πριν από λίγες ώρες. Πρέπει να γράψεις κάτι...». «Και φυσικά θα γράψω» του απάντησα. Υπάρχουν, άνθρωποι, μουσικοί, με προσφορά, που κινούνται ανάμεσά μας, που φεύγουν ξαφνικά από τη ζωή, δίχως κανένας να τους δώσει την παραμικρή σημασία. Ακόμη και ο «θάνατος» αντιμετωπίζεται συχνά ως event· παίρνει σχήμα και "αξία" από τα... εισιτήρια που θα κόψει. Ε, ο θάνατος του Ντόριαν Κόκκα δεν θα κόψει εισιτήρια, όπως δεν έκοβαν εξάλλου και οι μπάντες του, εδώ και πολλά χρόνια... Ελληνοαμερικανός, που κάποια στιγμή θα έρθει στην Ελλάδα, ο Ντόριαν Κόκκας, θα ξεκινήσει την καριέρα του στη μουσική στο American Community School (ACS) της Αθήνας στα τέλη των sixties. Το πρώτο του σχήμα ήταν οι (The) Dorian Kokas Expense, ενώ την ίδιαν εποχή (1970) συμμετέχει και σ’ ένα άλλο σχήμα του ACS, τους CC Blues King, που είχαν στη σύνθεσή τους τον Matt Econopouly (ή Matt Barrett, όπως έγινε πιο γνωστός) και τον Rick Miller (ακόμη πιο γνωστός ως Parthenon Huxley). Οι ανακατατάξεις στα ήδη υπάρχοντα σύνολα, καθώς και η δημιουργία καινούριων ήταν καθημερινό γεγονός στο Σχολείο και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ο Κόκκας, μ’ ένα συμμαθητή του, τον John Jugenmann, σχηματίζει τους Stone Deep (τέλη του ’70) στους οποίους συμμετείχαν ακόμη οι Bill Harrell, Kirk Esco, Chris Olsen και Randa Salameh, κατορθώνοντας, μάλιστα, να ηχογραφήσουν ένα 45άρι με τα τραγούδια “Winter’s here”, “Judy” σε δική τους ανεξάρτητη παραγωγή. Στις αρχές του ’71 τα περισσότερα από τα μέλη των Stone Deep πάνε γι’ αλλού, αφήνοντας στον Κόκκα την ελευθερία στις κινήσεις για κάτι νέο (και αρκούντως σημαντικό, όπως θ' αποδειχθεί). Οι Morka σχηματίζονται τότε ακριβώς, από τους Mike Moraitis φωνή όργανο, Dorian Kokas φωνή, κιθάρα, μπάσο και Reiner Rathe ντραμς. Έχοντας ήδη τα δύο tracks των Stone Deep ως παρακαταθήκη, οι Morka ηχογραφούν άλλα δύο κομμάτια, τα “I see” και “She shouts”, τα οποία η Polydor θα εκδώσει σ’ ένα 7ιντσο maxi single (1971), που έπαιζε όμως στις 33 στροφές (ήταν, μάλλον, η πρώτη τέτοια έκδοση στην Ελλάδα). Το συγκρότημα, υπό τον Κόκκα και τους Tαμπακόπουλο, Pamela Leake, Παπαδέα, Μπράβο και Ορφανίδη σύντομα θ' αναδειχθεί σ' ένα από τα καλύτερα της εποχής, δίνοντας συνεχείς παραστάσεις, ηχογραφώντας ένα ακόμη 45άρι με τα κομμάτια “And so she flies” και "Γιατί" - το μοναδικό ελληνόφωνο κομμάτι τους. Το 1973, με λίγο αλλαγμένη σύνθεση (Κόκκας, Leake, Παπαδέας, Sioris, Ορφανίδης) θα μπουν σε κάποιο στούντιο για να ηχογραφήσουν ένα demo, το οποίο θα εκδωθεί, τελικά, για πρώτη φορά το 1997 [Mythos] και ξανά το 2006 [Anazitisi] ως "There was a time...". Εξαιρετικά τραγούδια, με το “Avenue winter” του Ντόριαν Κόκκα να συγκαταλέγεται στα κορυφαία δείγματα ελληνικού ροκ, πέραν από εποχές και στυλ. Κάπου ’κει οι Morka διαλύονται, για κάποιους σοβαρούς λόγους, για να σχηματίσει, εν συνεχεία, ο Κόκκας τους Φως, και λίγο αργότερα τους Αγάπανθος (με Στέφανο Δεκεριάν, Θοδωρή Τρύφωνα, Χάρη Κατσιμίχα κ.ά.). Οι Αγάπανθος θα ηχογραφήσουν ένα 45άρι κι ένα LP το 1976, με τον Κόκκα να έχει στο γκρουπ ισχυρή παρουσία. Τελευταία φορά, που ο προικισμένος μουσικός μπήκε σε στούντιο αφήνοντας κάτι ήταν το 1986, σε μία πρόσκαιρη επανίδρυση των Morka· το τραγούδι του “Just like Ann” (μπήκε στην έκδοση της Anazitisi) είναι ένα από τα καλύτερά του...
Εν κατακλείδι. Ελάχιστοι μουσικοί στην Ελλάδα κατόρθωσαν να γράψουν folk-rock μπαλάντες του ύψους και της ποιότητας εκείνων του Ντόριαν Κόκκα. Αυτή είναι η αλήθεια.

Το 1976, στο άλμπουμ των Αγάπανθος, ο Ντόριαν Κόκκας τραγούδησε τους δικούς του στίχους στο "Woodstock" της Joni Mitchell, δίνοντας μία version όλη δική του... βλέποντας μακρυά... 33 χρόνια αργότερα...

Το Ταξίδι της Ζωής
Στον καιρό μας γεννημένοι
το ταξίδι της ζωής, μας περιμένει.
Κοίταξα πουλιά που φεύγουν
μακρυά σε ξένη γη
για να βρουν το φως του ήλιου,
μιαν ελπίδα.
Και κοιτάζοντας τον κόσμο
άπλωσα κι εγώ φτερά
και ταξίδεψα μακρυά
από τη γη μας.
Η καρδιά μου φτερουγίζει
για μιαν άγνωστη ζωή
που πιστεύει πως θα ζήση
μακρυά εκεί.
Και κοιτάζοντας τον κόσμο
άπλωσα κι εγώ φτερά
και ταξίδεψα για πάντα
στο νοτιά...

Ακούστε τον στο "Woodstock" http://www.youtube.com/watch?v=UBQLk49KXao κι εδώ στο "Avenue winter" http://www.youtube.com/watch?v=m1ffADVifl0

KEY WORDS: Agapanthos

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

CHRISTOPHE η Aline με botox…

Et j’ai crie, crie, Aline, pour qu’elle revienne/ Et j’ai pleure, pleure, oh! j’avais trop de peine... Ένα από τα πιο κολλητικά, έτσι ή αλλιώς, ρεφρέν των ελληνικών sixties (για τα γαλλικά δεν το συζητώ) ανήκει βεβαίως στον Christophe – έναν ερωτίλο γάλλο τροβαδούρο, που έσπασε καρδιές το 1965, όταν... θερμοπαρακαλώντας την Aline του να επιστρέψει, προκειμένου να γιατρέψει τις πληγές του, έγραφε ένα ακόμη λήμμα στο διαχρονικό pop lexicon. Το αθάνατο αυτό τραγούδι – με την προφανή-παντοτινή λειτουργικότητα – αποτελεί το ένα πεντηκοστό μόλις του κουτιού με τα τρία CD, που τιτλοφορείται “La Dolce Vita” [Disques Dreyfus] και το οποίο επιχειρεί να αποδείξει, για όσους έχασαν επεισόδια στα seventies κι αργότερα, τη συνολική προσφορά του γάλλου μετρ. Γεννημένος το 1945 στα περίχωρα του Παρισιού από ιταλούς γονείς, ο Christophe εμφανίζεται στη σκηνή το 1963 με το “Reviens Sophie”, για να σπάσει τα κοντέρ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο με την “Aline”, δύο χρόνια αργότερα (θα γίνει επιτυχία και στην ιταλική, σε στίχους Mogol). Στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν και βεβαίως, χορεύτηκαν τόσο το 45άρι όσο και το ανάλογο LP, σε ετικέτα disc AZ. Εκεί, ακούγονταν επίσης τα εξαιρετικά “Les marionettes” και “La fille aux yeux bleus”, που φανέρωναν το ταλέντο του Christophe στο να οικειοποιείται τους ρυθμούς της εποχής, προσφέροντας (ασυναγώνιστους) pop αδάμαντες. Το 1966 αυτή η ξερή, παράξενα τενόρο, φωνή, θα ερμηνεύσει ένα ακόμη big hit, το “J’ai entendu la mer”. Όλως περιέργως τα επόμενα χρόνια θα χαθεί, προετοιμάζοντας το περισσότερο σοφιστικέ comeback του, μετατρέποντας την εφηβική cleancut εικόνα του, σε κάτι περισσότερο απαιτητικό – σφόδρα επηρεασμένος (έτσι νομίζω) από το στυλ «δανδή» του Alain Delon. Τo ασήμαντο σεξ-απίλ ενός μάλλον άσχημου πιτσιρικά, μετατρέπεται ξάφνου σ’ ένα εξαγώγιμο ατού. Συνεργάζεται με τον... στιχουργό Jean Michel Jarre στο “Les Paradis Perdus” το 1973 και στο “Les Mots Bleus” το 1974, όπου μέσα από μεγαλύτερες φόρμες (“Le dernier des Bevilacqua”) προσεγγίζει το pop-rock της εποχής. Αλκοόλ, φάρμακα, άλλες ψυχολογικές πιέσεις, θα τον φέρουν πάλι σε δύσκολη θέση, από την οποία θα βγεί προσωρινώς(;) με το “Samourai” (1976). Αλλά και το “La dolce vita” το ’77, σε στίχους πάλι του J.M. Jarre θα του χαρίσει επιτυχία, δείχνοντας πως στη Γαλλία, την Ελλάδα και αλλαχού παρέμενε πάντοτε «κεφάλαιο». Το 1983 θα δώσει ένα από τα πιο μεστά «ύστερα» άλμπουμ της καριέρας του. Το “Cliches D’Amour” (πράγματι, αυτό ήταν) περιελάμβανε διασκευές των κλασικών “Besame mucho”, “Perfidia”, “Cry me a river”, “As time goes by”, “White Christmas” κ.ά., εκεί όπου μέσω των μελοδραματικών ενορχηστρώσεων, θα δημιουργούσε το προσωπικό του lounge opus. (Το άλμπουμ περιλαμβάνεται ολόκληρο στο τρίτο CD της έκδοσης). Η Disques Dreyfus έκανε καλή δουλειά στον εικαστικό τομέα, με το τρισδιάστατο εφέ να κυριαρχεί στο ασημένιο εξώφυλλο. Ανθολόγησε τραγούδια από την 20ετία 1965-1985 (σχεδόν όλα τα αντιπροσωπευτικά υπάρχουν), ενώ παρέλειψε ένα πλήρες εργο-βιογραφικό σημείωμα – το οποίο μόνον οι γάλλοι fans θα μπορούσε να το κάνουν όπως θ’ άρμοζε.
“Aline”, λοιπόν, ακόμη και με botox...