Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ – THE BOY: δύο περιπτώσεις ελλήνων τραγουδοποιών με τη δική τους ιδιαίτερη αφήγηση

ΤΗΕ ΒΟΥ
Το νέο άλμπουμ του Boy, το «Έτοιμοι Ένα» [Inner Ear, 2016], δεν ξαφνιάζει εξ αρχής, χωρίς να είναι και εντελώς αναμενόμενο. Εννοώ πως από ηχητικής πλευράς δεν καταγράφονται όλες εκείνες οι «αλλαγές», που θα το έκαναν αυτομάτως ξεχωριστό, διατηρεί όμως από τη στιχουργική μεριά τη δύναμη των παλαιότερων αφηγήσεών του.
Ο Boy γράφει στίχους, πολλούς (ελληνικούς) στίχους –μην το ξεχνάμε αυτό– και πάνω εκεί, στα στιχουργήματά του, συνωθούνται τα «ωραία» που έχει κατά καιρούς να μας πει. Φυσικά, η στιχουργική του παραμένει αστικής έμπνευσης (με βασικό άξονα τη διάβρωση, κοινωνική, συναισθηματική, περιβαλλοντική, της μεγάλης πόλης), οπωσδήποτε αφαιρετική και, εξ αιτίας αυτού, ενίοτε στριφνή και όχι πάντα εντελώς αποκρυπτογραφημένη. Στο «Έτοιμοι Ένα» υπάρχει concept, το οποίο αποκαλύπτεται ήδη από το site της εταιρείας του:
Πρόκειται για… «μια γυναίκα που κρατάει μια φορτωμένη βαλίτσα και περιμένει κάποιον στο σταθμό του τρένου. Μέσα στη βαλίτσα της κρύβεται όλη της η ζωή. Φωτογραφίες απ’ τα σχολικά χρόνια, σημειωματάρια που καταγράφει τις ερωτικές της φαντασιώσεις, ρούχα με λεκέδες από την ζωή που προσπαθεί να αφήσει πίσω της. Στο βλέμμα της βλέπουμε μόνο το μέλλον της».
(…)
ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ & Β-MOVIES
Τι προηγείται του τραγουδιού; Ο στίχος ή η μουσική; Ή μήπως κυλάνε και τα δυο μαζί; Ο Παύλος Παυλίδης εδώ και χρόνια, από τότε που ξεκίνησε την πιο προσωπική διαδρομή του, φαίνεται πως έχει αποφασίσει (για την πάρτη του πρώτα-πρώτα).
Χωρίς δικό του, βασικά, στιχουργικό υλικό δεν κουνιέται ρούπι. Έτσι νομίζω. Όλη η προσπάθειά του συμπυκνώνεται στο πώς θα πει εκείνα που θέλει να πει, με ποιον τρόπο θα γράψει εκείνα που θέλει να γράψει, πώς ακριβώς θα τα διατυπώσει. Πώς θα μετρήσει το βάρος των λέξεων, ώστε εκείνο που θα προκύψει να μπορεί να σταθεί αρχικώς με μιαν αυτονομία, και εν συνεχεία με τη βοήθεια της μουσικής να πάει παραπέρα. Ίσως γι’ αυτό τα στιχάκια του είναι τραγούδια, πριν ακόμη τα μελοποιήσει. Ίσως γι’ αυτό είναι τραγούδια ακόμη και όταν διαβάζονται (τα στιχάκια του) στο τυπωμένο innersleeve τού πιο πρόσφατου LP του, τού «Πυρκαγιά Σ’ Ένα Σπιρτόκουτο» [Inner Ear, 2016].
Ο Παυλίδης, όπως είναι γνωστό εγώ θα πω, εξακολουθεί να πλέει στιχουργικώς σ’ έναν ωκεανό «συμβόλων». Τα λόγια του προβάλλουν μιαν ανεπαίσθητη, λεπτή μελαγχολία, ακόμη και όταν αναφέρονται σε ό,τι φωτεινότερο, επηρεασμένα από το νεορομαντικό κλίμα των (ελλήνων) ποιητών του Μεσοπολέμου (Κώστας Καρυωτάκης, Κώστας Ουράνης, Pώμος Φιλύρας, Μήτσος Παπανικολάου, Τέλλος Άγρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης…).
(…) 

Το όλον εδώ…

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

ALCHEMY SOUND PROJECT

Στο Alchemy Sound Project συμβάλλουν πέντε συνθέτες, συν δύο καλεσμένοι. Να πούμε ονόματα… Από την πλευρά των συνθετών έχουμε την τενορίστα Erica Lindsay, την πιανίστα Sumi Tonooka, την τρομπετίστα/ φλουγκελχορνίστα Samantha Boshnack, τον κοντραμπασίστα David Arend και τον πολυπνευστό (τενόρο, όμποε, φλάουτο, μπάσο κλαρίνο) Salim Washington, ενώ από την πλευρά των guests τον τρομπονίστα Willem de Koch και τον ντράμερ Max Wood. Στην πράξη, δηλαδή, μιλάμε για ένα πλήρες σεπτέτο, που έρχεται να πλασαριστεί στον χώρο της σύγχρονης jazz και πιο συγκεκριμένα εκείνης που εμφανίζει κάποιες (πολλές ενίοτε) classic αναφορές. Και όχι… δεν είναι μόνο το κομμάτι “Her name is love” του Arend, που προέκυψε, όπως διαβάζουμε στο cover, μετά από ακρόαση… Leoš Janáček, είναι η γενικότερη επεξεργασία των μελωδιών και των soli, που φανερώνει μουσικούς αναλόγων σπουδών ή παρουσιών/συμμετοχών και σε κλασικά σχήματα (όντως, αφού ο Arend είναι μέλος και της ορχήστρας Oakland Symphony). Το υλικό τούFurther Explorations[ARC, 2016], που είναι πρωτότυπο φυσικά, είναι συντεθιμένο από τους πέντε.
Το άλμπουμ ανοίγει με το 6λεπτο “Charcoal, clear, beautiful all over”, το οποίον είναι εντελώς ενδεικτικό του jazz/classic κλίματος που πρόκειται ν’ ακολουθήσει. Παράλληλες μελωδικές γραμμές από τα διάφορα πνευστά και το πιάνο, σε μια ήπια σύνθεση που κυλάει κάπως… μακάρια. Στο επόμενο 9λεπτο όμως, το φερώνυμο “Further explorations”, τα πράγματα αλλάζουν. Παρότι οι χαμηλοί τόνοι παραμένουν η επεξεργασία είναι διαφορετική. Υπάρχει περισσότερο αυτοσχεδιασμός, στα όρια του free improv, με τα soli των πνευστών να κρατάνε γερά το jazz feeling. Έξοχο είναι επίσης το “Alchemical” που ξεκινάει μ’ ένα είδος φανφάρας (ελαφρώς «ζαππικής») πριν σκάσει το μπάσο-ντραμς και το κομμάτι αρχίσει να γκρουβάρει. Σε άλλο track πάλι, στο “Joie de Vivre”, η βασική ρυθμική/μελωδική γραμμή είναι καθαρά δυτικοαφρικανική, αν και στην πορεία υπεισέρχονται και άλλες μελωδίες που δρουν σε αντίστιξη. Το τελευταίο κομμάτι έχει τίτλο “The call” και είναι ίσως (ή μάλλον σίγουρα) το πιο ενδιαφέρον του CD – υπό την έννοια πως εδώ έχουμε… spiritual jazz της παλαιάς καλής εποχής, παιγμένη με ενάργεια και αποφασιστικότητα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το “Further Explorations” είναι ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ, που θα «ψαρέψει», όπως λέμε, ακροατές από διαφορετικά μουσικά είδη ή υποείδη.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Η ψυχεδέλεια στην υπηρεσία της ελληνικής μαύρης αντίδρασης. Όταν οι Εγγλέζοι Spectrum έπαιξαν για τον Κοκό, το καλοκαίρι του ’67… (ΜΕΡΟΣ ΙΙ)

Πριν ενάμιση μήνα περίπου (ήταν 14 Μαΐου 2016) έγραψα εδώ στο δισκορυχείον κάτι για τους Βρετανούς psych-popsters Spectrum σκανάροντας ένα απόκομμα από ένα τεύχος των Μοντέρνων Ρυθμών (#85, 19/7/1967), στο οποίο αναγραφόταν πως οι Βρετανοί θα έπαιζαν στο τέλος εκείνου του μήνα (Ιούλιος του ’67) για τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο. Σκοπός εκείνου του κειμένου ήταν να δείξω και ν’ αποδείξω, για μιαν εισέτι φορά, πως το ποπ/ροκ, ψυχεδελικό ή ό,τι άλλο, ήταν εντελώς αποδεκτό στην Ελλάδα στην περίοδο τής χούντας των συνταγματαρχών. Υπηρετούσε, δηλαδή, την πιο μαύρη αντίδραση.
Μοντέρνοι Ρυθμοί, τεύχος 85, 19/7/1967
Έχουν γραφεί πολλά γύρω από τον τρόπο που λειτουργεί η μουσική γενικώς και, ως συνήθως συμβαίνει, τα πιο σωστά και… εφαρμοστικά απ’ αυτά δεν τα έχουν πει φιλόσοφοι, αμπελοφιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, ψευτοκοινωνιολόγοι, πανεπιστημιακοί, «επιστήμονες» κ.ο.κ. Τα πιο σωστά τα έχουν πει άνθρωποι χωρίς παράσημα και πιένες. Απλοί γραφιάδες του rock (Lester Bangs, Robin Denselow κ.λπ., κ.λπ.) ή και μουσικοί του rock (αν μιλάμε για το rock), που έμαθαν να σκέφτονται απλά και αποτελεσματικά, δίχως να χάνονται σε μπουρδολογήματα. Άνθρωποι, εν πάση περιπτώσει, που έχουν ακούσει rock κι έχουν σκεφτεί σε σχέση με το rock, και όχι χαζεύοντας με τους άσχετους (με το rock)… Γκιντεμπόρ ή Καστοριάδη.
Προσέξτε, λοιπόν, τι έχει πει για τη μουσική και τη χρήση της ο Chris Cutler.
Τώρα, φυσικά, τα διάφορα γιδοξούρια, θα πάνε στη Wikipedia και θ’ αρχίσουν να διαβάζουν για το ποιος είναι ο Chris Cutler, όταν κάποιοι άλλοι (κάποιοι άλλοι ρε παιδί μου… δεν υπονοώ εμένα) ακούνε Henry Cow από τα seventies, μελετώντας το File Under Popular από τα μέσα του ’80… Λέει λοιπόν ο Cutler:
«Δεν νομίζω ότι η μουσική καθαυτή έχει πολιτική ροπή. Ωστόσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί πολιτικά κάτω από ορισμένες συνθήκες. Για παράδειγμα στη Νότια Αφρική υπάρχουν τραγούδια που εκφράζουν την αντίσταση του κόσμου (σ.σ. πείτε το ίδιο και για τα τραγούδια του Θεοδωράκη, στην Ελλάδα, επί δικτατορίας) και τα οποία τραγουδάει ο κόσμος στις διαδηλώσεις και όταν δέχεται επιθέσεις από την αστυνομία.(…) Μόνο σ’ αυτή την περίπτωση η μουσική αποκτά πολιτικό χαρακτήρα, ο οποίος δεν είναι απαραίτητα θετικός. Ένα αρνητικό παράδειγμα είναι το Γ Ράιχ στη Γερμανία, το οποίο εθνικοποίησε τη βαυαρική λαϊκή μουσική. Έτσι η μουσική αυτή δέθηκε με το καθεστώς τον Ναζί, ούτως ώστε ακόμη και σήμερα πολλά τραγούδια, που κάποτε υπήρξαν λαϊκά, δεν μπορούμε να τα τραγουδήσουμε, λόγω του ότι είναι δεμένα με το Γ Ράιχ.(…) Δεν είναι λοιπόν πολιτικό από μόνο του, εξαρτάται από τι κάνει ο καθένας με τη μουσική». 
[Rollin Under No 15, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1988]
Ο Cutler υποστηρίζει με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια πως σημαντικότερο από τη μουσική αυτή καθ’ αυτή (το εργαστηριακό κομμάτι της… να το πούμε έτσι) είναι το πώς χρησιμοποιείται (η μουσική) κάτω από δεδομένες συνθήκες. Αυτό, ο τρόπος χρήσης, είναι ό,τι παράγει τα πιο βαθιά νοήματα.
Όταν, λοιπόν, εγώ έγραψα εκείνο το… «η ψυχεδέλεια στην υπηρεσία της ελληνικής μαύρης αντίδρασης» εννοούσα τούτο ακριβώς. Πως η psych music δεν είναι a priori κάποια μουσική με συγκεκριμένο πολιτικό νόημα. Γίνεται πολιτική (με θετική ή αρνητική χροιά) αναλόγως με τον τρόπο που χρησιμοποιείται. Αποκτά, για να το πω απλά, θετικό πολιτικό πρόσημο όταν ενσωματώνεται στην αντικουλτούρα στα late sixties στις ΗΠΑ π.χ. και αρνητικό πολιτικό πρόσημο όταν απομακρύνεται από την πηγή της, καθώς χρησιμοποιείται από τις χούντες (στο νότο της Ευρώπης για παράδειγμα) για τη δική τους προπαγάνδα.
Αυτό το είδαμε ξεκάθαρα στα δικά μας χουντικά επίκαιρα, που προβάλλονταν σε όλους τους κινηματογράφους της χώρας (το 1968). Στον τρόπο δηλαδή που χρησιμοποίησαν τους αληθινά ακίνδυνους M.G.C. οι χουντικοί και το καραψυχεδελικό trackMy friend Jack” (των Smoke) για να περάσουν τα δικά τους πολιτικά μηνύματα.  
«Μα το ξεφάντωμα περισσότερο αισθητό γινόταν στους δρόμους της Πλάκας, με το μεγάλο το ανώνυμο πλήθος που χαιρόταν χωρίς αγωνίες αυτή τη χρονιά (το 1968!) τη θεότρελη Αποκριά».

Έτσι, λοιπόν, στη δική μας περίπτωση, η ψυχεδελική μουσική αποκτά αρνητικό πολιτικό νόημα, καθώς υπηρετεί την προπαγάνδα της πιο μαύρης αντίδρασης.
Από ’κει και πέρα το… αν ήρθαν, τελικώς, και έπαιξαν οι psych-popsters Spectrum για τον Κοκό ή όχι είναι εντελώς δευτερεύον, όταν είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως τη συγκεκριμένη μουσική, στην Ελλάδα, την διαχειρίζονταν (εκείνη την εποχή) αντικομμουνιστές, δεξιοί, χουντικοί, βασιλόφρονες, απολίτικοι γιεγιέδες και τα συναφή. Αλλά, για να ξαναπάμε και σ’ αυτό, επειδή άπειρη μπούρδα ξεβράστηκε από τους «καθυστερημένους»…

Ορισμένοι λοιπόν με μυαλό κότας αντιτάχθηκαν στη συγκεκριμένη είδηση/ πληροφορία που παρείχαν οι Μοντέρνοι Ρυθμοί και που ανέδειξε, μετά από 49 χρόνια, το δισκορυχείον, υποστηρίζοντας πως οι Βρετανοί Spectrum… δεν είχαν παίξει, ποτέ, στην Ελλάδα για τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο, παρά την πρόσκλησή τους! ΤΙ ΘΑ ΕΜΠΟΔΙΖΕ ΑΡΑΓΕ ΤΟΥΣ ΒΡΕΤΑΝΟΥΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΝ; ΚΑΝΕΝΑΣ ΓΡΟΘΟΣ ΔΕΝ ΦΙΛΟΤΙΜΗΘΗΚΕ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙ Σ’ ΑΥΤΟ! Μάλιστα ο γνωστός αναρχοφασίστας έγραψε σε σχόλιο τής 4/6/2016, 8:20 π.μ. πως… «εδώ, το ήξερα εγώ (ο “αντισημίτης ροκοειδικός”) με τους 100 δίσκους ότι οι Spectrum δεν έπαιξαν ΠΟΤΕ για τον Κοκό» (τι λέει το βόιδι!), ενώ κάποιοι άλλοι, δις και τρις ηλίθιοι, είπαν ότι… συκοφαντώ κιόλας το βρετανικό συγκρότημα!! Μιλάμε για απίστευτους βλάκες, για κιλά πανύβλακες!! Ενώ αυτοί οι χλιμίτζουρες αγνοούσαν την αρχική πληροφορία (καθότι έχουν μαύρα μεσάνυχτα γι’ αυτά τα θέματα) είχαν το θράσος να την αντιμετωπίσουν και κριτικά ελαφρά τη καρδία!
Και από πού, σας παρακαλώ, ο λεμές ξέρει πως οι Spectrum δεν είχαν παίξει «ΠΟΤΕ» για τον Κοκό; Ποια είναι τα δικά του στοιχεία; Ποια είναι η δική του έρευνα; Μήπως είναι, εν τέλει, η ηλίθια διαίσθησή του; Οι ανύπαρκτες γνώσεις του για τα γεγονότα και τις καταστάσεις της εποχής; Ή μήπως το άρθρο του Νταλούκα (της 26/4/2016) για την δήθεν «αναξιοπιστία» των Μοντέρνων Ρυθμών, στο οποίο μας παραπέμπει (γέλια); Πληροφορώ τους βλάκες πως ο Νταλούκας είναι από τους τελευταίους που μπορούν να κρίνουν την αναξιοπιστία ή όχι των Μ.Ρ., αφού στο συγκεκριμένο άρθρο, γράφει, για άλλη μια φορά, σαχλαμάρες, όπως ήδη αποδείξαμε στο κείμενο «Ήταν ή όχι αξιόπιστο το περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί, που κυκλοφορούσε στη δεκαετία του ’60;».
Και εν τοιαύτη περιπτώσει αν ο Νταλούκας, με το φτωχό μυαλό του, μπορεί να συμπεράνει τις αηδίες που συμπέρανε ψευτοδιαβάζοντας τους Μ.Ρ., ο αναρχοφασίστας δεν μπορεί να συμπεράνει απολύτως τίποτα! Και γιατί δεν έχει πιάσει ποτέ ούτε φωτοτυπία των Μ.Ρ. στα χέρια του, και γιατί σαν άσχετος που είναι παραπέμπει σ’ έναν κατά τι λιγότερο άσχετο από ’κείνον!! Βαράτε τους κι ας κλαίνε…

Δεν χρειάζεται να πω λοιπόν πως, προσωπικώς, εμπιστεύτηκα τη συγκεκριμένη είδηση θεωρώντας την «σίγουρο χαρτί» – καθώς όλοι οι γενικοί προαναφερόμενοι λόγοι, και άλλοι τόσοι ειδικότεροι συνηγορούσαν προς την πραγματοποίηση του συγκεκριμένου live. ΤΙ ΘΑ ΕΜΠΟΔΙΖΕ ΤΟΥΣ SPECTRUM ΝΑ ΕΡΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΚΟ; ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ! Δώστε βάση…

Πρώτον… λοιπόν. Η πληροφορία εκείνη ήταν επώνυμη και είχε υπογραφή (Χρήστος Λεβέντης). Αυτό δεν το έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά και κανείς από τους επικριτές μου δεν διερωτήθηκε επί τούτου. Να πει… ρε φίλε, υπάρχει όνομα κάτω απ’ αυτή την είδηση ή είναι ανυπόγραφη; Τόσο «ζώα»…
Δεύτερον. Η πληροφόρηση, και τούτο είναι ολοφάνερο, ήταν «εσωτερική», καθότι δεν θα μπορούσε ο Λεβέντης αυτό να το είχε φανταστεί, ούτε να το είχε ακούσει σε κανα καφενείο…
Τρίτον. Ο Λεβέντης ανακατεύει στη μέση το όνομα τού τότε βασιλιά. Αντιλαμβάνονται οι ηλίθιοι τι σημαίνει αυτό; Αν η πληροφορία του δεν ήταν καρατσεκαρισμένη, και δεν προερχόταν από «βασιλική πηγή», πρώτον, δεν θα δημοσιευόταν από τον εκδότη Τσόγκα και, δεύτερον, θα μπορούσε να παιχτεί (για τον Λεβέντη) κορώνα-γράμματα η όποια δημοσιογραφική καριέρα του. (Δεν χρειάζεται εδώ να πω πως ο Λεβέντης συνέχισε να γράφει στους Μοντέρνους Ρυθμούς). Οι «καθυστερημένοι», που δεν έμαθαν ποτέ να σκέφτονται, δεν αντιλαμβάνονται τα απλά. Μπορεί να σου λένε ένα κάρο παπαρολογίες για το rock (για… ψυχές και σώματα), αλλά είναι ανίκανοι να σου πουν τα προφανή. Πως κανείς δεν θα έγραφε κάτι τέτοιο εκείνη την εποχή, ανακατεύοντας τον Κοκό, αν δεν είχε καλυμμένα τα νώτα του. Αυτή την τυπική σκέψη τα… κοινωνιολογικά κωθώνια, οι παρλαπίπες της αντίδρασης, δεν μπορούν να την κάνουν.
Τέταρτον. Κατ’ εμέ λοιπόν οι Spectrum έπαιξαν για τον τότε βασιλιά – εκτός αν… έπεσε το αεροπλάνο τους ή βούλιαξε (μαζί μ’ αυτούς) το καράβι, που θα τους έφερνε στην Ελλάδα. Προφανώς και το live θα έγινε σε κάποιον πριβέ ή νοικιασμένο χώρο, με «εκλεκτούς» καλεσμένους, και προφανώς δεν δόθηκε μεγαλύτερη δημοσιότητα στο θέμα, ακριβώς γιατί επρόκειτο για μία τρόπον τινά ιδιωτική στιγμή.
Πέμπτον. Οι Spectrum ήταν ένα βρετανικό γκρουπ… μετακινούμενο, που έφθασε να παίξει μέχρι και στο νότο της Ευρώπης, εκεί όπου είχε επιτυχία (στην Ισπανία του φασίστα Franco π.χ., όπως διαβάζουμε στο Billboard της 10/8/1968… The Spectrum (RCA Espanola) were in Madrid for 10 days and played at the opening of a new discotheque, the J & J Club), άρα το να έλθουν στην Αθήνα και να παίξουν για την… αυτού μεγαλειότητα δεν είναι κάτι που μπορεί να παραξενεύει.
Ροκ τρόπος ζωής... Οι Beatles με την βασιλομήτορα.
Έκτον. Για πολλούς βρετανούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα (Beatles, Rolling Stones… είπα δύο στην τύχη…) το να συντρώγουν, να συμπίνουν, να συναναστρέφονται, να φωτογραφίζονται και να τιμώνται από βασιλιάδες δεν ήταν ποτέ κάτι έξω από την κουλτούρα τους… ούτε και από το rock! Η βασιλεία στη Βρετανία δεν είναι σημαδεμένη από προδοσίες, από εγκληματικές παρεμβάσεις στα πολιτικά πράγματα (με ανατροπές εκλεγμένων κυβερνήσεων) και άλλα τινά, όπως συνέβαινε στην Ελλάδα. Αν οι Spectrum, λόγω καλλιτεχνικού μεγέθους ας πούμε, δεν θα μπορούσε να γίνουν δεκτοί από τη βασίλισσα της Αγγλίας, υπήρχε γι’ αυτούς ένας… φουκαράς βασιλιάς στην άλλη άκρη της Ευρώπης (για τον οποίον γνώριζαν πως ήταν απλώς… βασιλιάς και τίποτ’ άλλο), που θα μπορούσε να τους τιμήσει. Γιατί λοιπόν, κάτι τέτοιο, θα δρούσε συκοφαντικά γι’ αυτούς, αναγκάζοντάς τους να πουν, τάχα, «όχι» σε μια τέτοια πρόσκληση; Μόνο μαλακοκάβληδες θα ισχυρίζονταν ποτέ κάτι τέτοιο.
Είπαμε... ροκ τρόπος ζωής. Ο Mick Jagger με την πριγκίπισσα Μαργαρίτα.
Έβδομον. Το καλοκαίρι του ’67 και ιδίως την περίοδο τέλη Ιουλίου-Αρχές Αυγούστου, ο Κωνσταντίνος απολάμβανε ακόμη τις τιμές του στρατιωτικού καθεστώτος και όποιων άλλων. Το λέω, επειδή από κάποιον αστείο σχολιαστή ειπώθηκε πως ζούσε σαν κυνηγημένος κτλ. Μπούρδες. Εκείνο το διάστημα τον συναντάμε κάπου ανάμεσα σε Κέρκυρα (Μον Ρεπό), Ολυμπία, Ηράκλειο και Αθήνα να κάνει τα δικά του (ψάξτε το, ώστε να τα διαπιστώσετε κι εσείς).
Όγδοον. Ακόμη και στην περίπτωση εκείνη όπου το συγκρότημα έπαθε ομαδικό… κόψιμο και δεν μπόρεσε να ταξιδέψει τελικώς στην Αθήνα, ώστε να παίξει για τον Κοκό… μικρό το κακό. ΑΡΚΕΙ Η ΠΡΟΘΕΣΗ! Η πρόθεση δηλαδή του Κωνσταντίνου να φέρει ένα τέτοιο pop-psych γκρουπ στην ελληνική πρωτεύουσα και να παίξει για πάρτη του. Και αυτήν, την πρόθεση εννοώ, δεν μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει. Εκτός εάν οι επικριτές μου έχουν απολέσει και την τελευταία ικμάδα (για ικμάδα μιλάω) σοβαρότητας. Ο δημοσιογράφος των Μ.Ρ., εννοώ, δεν θα μπορούσε ποτέ να τα φανταστεί όλα τούτα – δεν θα μπορούσε να βγάλει από το κεφάλι του, εννοώ, τη συγκεκριμένη είδηση. Ούτε το όνομα των Spectrum θα είχε πέσει έτσι τυχαία στο τραπέζι. Η απόφαση, με άλλα λόγια, από το παλάτι ήταν οπωσδήποτε ειλημμένη. Κι αυτό έχει σημασία.
Ένατον. Ακόμη και στην έσχατη περίπτωση, εκείνη στην οποία θα… χρειαστεί να βγάλουμε «τρελό» ή «φαντασιόπληκτο» τον δημοσιογράφο των Μοντέρνων Ρυθμών, για να κάνουμε το χατίρι των… βρωμο(β)ρωμηών, πάλι δεν τρέχει τίποτα. Το ποπ/ροκ, ψυχεδελικό ή ό,τι άλλο, ήταν, ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ, παντελώς αποδεκτό από τους χουντικούς (πόσω μάλλον από τον νεανία και παρτάκια Κοκό), οι οποίοι (χουντικοί) δεν θα … δίσταζαν (οι αδίστακτοι…) λίγα χρόνια αργότερα να φέρουν στην Αθήνα, πληρώνοντάς τους με λεφτά του ελληνικού λαού, τους Marmalade, τους Wallace Collection και τους περίφημους Shocking Blue (εμφανίστηκαν στην Αθήνα την 9 Ιουλίου 1972).

Τώρα, βεβαίως, οι βλαμμένοι, που άκουσαν μισό δίσκο Jethro Tull στο Γυμνάσιο κι έμειναν εκεί, θα βγουν, ως γελοίοι και ξεδιάντροποι που είναι, να πουν… σιγά τα γκρουπ μωρέ… τι σημαίνει… Marmalade, τι σημαίνει… Wallace Collection ή Shocking Blue; Αυτές είναι μαλακίες…
Οι λεμέγκουρες αυτοί θα ήταν… ικανοποιημένοι μόνον αν η χούντα έφερνε τον Jimi Hendrix να παίξει στο Καλλιμάρμαρο ή τους Black Sabbath… Το να εγκαλείς όμως τους χουντικούς, γιατί έφεραν στην Αθήνα τους Wallace Collection και όχι τους Moody Blues π.χ. ή τους Emerson, Lake & Palmer, είναι απύθμενη ηλιθιότητα και όσοι το αντιλαμβάνονται αυτό έχει καλώς. Όσοι… δεν, χεστήκαμε…

Τώρα, για το αν ήταν ψυχεδελικό συγκρότημα ή όχι οι Spectrum εγώ δεν θα κάτσω να το συζητήσω με τους αγράμματους των… εκατό παρά κάτι δίσκων. Λέω λοιπόν να εμπιστευτώ περισσότερο τον Vernon Joynson, που τους συμπεριλαμβάνει στο βιβλίο του The Tapestry of Delights/ The Comprehensive guide to british music of the beat, r&b, psychedelic and progressive eras 1963-1976 [Borderline Productions, Telford 1995], το rate your music που τους αποκαλεί “psychedelic pop”, το discogs εκεί όπου το άλμπουμ τους “The Light Is Dark Enough” παρουσιάζεται ως Pop Rock/ Psychedelic Rock και ακόμη το popsike στο οποίο υπάρχουν 19 καταχωρίσεις του LP τους, 8 εκ των οποίων είναι σκέτο “psych” και από μία “psych pop rock”, “psych prog”, “psychedelic pop”, “prog”, “psych pop” (στις υπόλοιπες έξι καταχωρίσεις δεν υπάρχει χαρακτηρισμός). Θέλω να πω με όλα τούτα πως δεν υπάρχει σοβαρός μουσικόφιλος των british sixties, που να μη χαρακτηρίσει τους Spectrum ως ψυχεδελικούς. Μόνον οι άσχετοι και οι ανόητοι θα πουν ότι έπαιζαν την… Παπαλάμπραινα.

Έτσι λοιπόν, σ’ αυτή τη βάση, με μουσικώς αμόρφωτους, όπως αντιλαμβάνεστε, εγώ δεν μπορώ να κάνω διάλογο. Όταν ακούω το “Scorpios Dance” (1970) των Ολλανδών Shocking Blue ήδη από τα μέσα του ’80 (το είχα βρει «ελληνικό» σε MINOS) και το “There’s A Lot of It About” (1968) των Marmalade από την ίδια εποχή (για μένα αυτοί οι δίσκοι, για να το πω απλά, ανήκουν στα αριστουργήματα του rock) δεν θα κάτσω να κουβεντιάσω με τους απίθανους μαντράχαλους –που θα πάνε τώρα στο YouTube για να βρουν και ν’ ακούσουν τα συγκεκριμένα άλμπουμ– το «τι» και το «πώς».
Όποιος αυτά τα πράγματα (και χιλιάδες άλλα) δεν τα γνωρίζει από δεκαετίες, δεν τα έχει τρίψει στα πλατώ, δεν μπορεί να τα τοποθετήσει μέσα στη μουσική ιστορία. Ψάχνει εν ολίγοις σήμερα, κοτζάμ γαϊδούρι, ν’ ακούσει κανα τραγούδι από ’δω κι από ’κει μπας και συμπεράνει καμμιά μπούρδα. Εδώ, λοιπόν, χρειάζονται οι δίσκοι και οι ψαγμένες από χρόνια δισκοθήκες, προκειμένου να μπορέσεις να πεις ανά πάσα ώρα και στιγμή και κυρίως με σιγουριά, αν κάτι υπήρξε σημαντικό ή όχι.
Τώρα, βεβαίως, αν κάποιος έχει το θράσος και την άγνοια τού βλάκα-τσαμπουκαλεμένου μπορεί να λέει ό,τι θέλει, όποια ώρα θέλει, δίχως να υπολογίζει τίποτα. Ποιοι θα τον ακούσουν; Οπωσδήποτε οι πιο αναιδείς και πιο βλάκες από ’κείνον.

Παράλληλα υποστηρικτικά κείμενα:
1. Η ψυχεδέλεια στην υπηρεσία της ελληνικής μαύρης αντίδρασης. Όταν οι Εγγλέζοι Spectrum έπαιξαν για τον Κοκό, το καλοκαίρι του ’67… (14/5/2016)
2. Ήταν ή όχι αξιόπιστο το περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί, που κυκλοφορούσε στη δεκαετία του ’60; (11/6/2016)
3. Πόσο απαγορευμένη ήταν η… ψυχεδελική διάθεση και η πληροφόρηση επί χούντας; Ας ρίξουμε μια ματιά στα τρία «ψυχεδελικά» τεύχη του περιοδικού ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΡΥΘΜΟΙ από τις αρχές του ’68. (21/6/2016)

ΔΕΝ ΘΑ ΔΕΧΘΩ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΠΡΟΒΟΚΑΤΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ (ΟΥΤΕ ΕΝΑ) ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΠΑΠΑΡΟ-ΚΑΚΟΠΙΣΤΟΥΣ. ΑΝ ΥΠΑΡΞΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ, ΠΟΥ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΟΥΝ, ΑΥΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΠΡΟΑΙΡΕΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ. ΜΟΝΟΝ ΕΤΣΙ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΚΟΥΒΕΝΤΑ, ΚΑΘΩΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑ ΠΑΜΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΟΣΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ…

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΒΑΚΟΣ καταφέρεται εναντίον του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού

Πριν μερικές μέρες, την Κυριακή 5 Ιουνίου, προβλήθηκε από την ΕΡΤ2 μια συνέντευξη του γνωστού βιολιστή της «κλασικής μουσικής» Λεωνίδα Καβάκου στον Λάμπη Ταγματάρχη. Όπως διαβάζαμε και στο δελτίο Τύπου του σταθμού:
«Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΡΤ, Λάμπης Ταγματάρχης, αναλαμβάνει ξανά… “κατ’ εξαίρεση” τον ρόλο του δημοσιογράφου και υποδέχεται τον Λεωνίδα Καβάκο στα στούντιο της ΕΡΤ για μία αποκλειστική συνέντευξη με αφορμή το Διεθνές Masterclass Βιολιού και Μουσικής Δωματίου του κορυφαίου Έλληνα μουσικού».
Ας μεταφέρουμε μερικά από ’κείνα που είπε ο κ. Καβάκος στον… κατ’ εξαίρεση δημοσιογράφο κ. Ταγματάρχη. Ακούμε λοιπόν τον Λεωνίδα Καβάκο να λέει:
«Κανείς δεν ασχολείται σε περισσότερο βάθος με το φως αυτό (σ.σ. της Ελλάδας). Το φως αυτό δεν είναι μόνο το φως του ηλίου που έρχεται εδώ, είναι και κάτι άλλο. Και σίγουρα θεωρώ τον εαυτό μου όχι απλά ευτυχή, αλλά ευλογημένο που μπόρεσε να… γεννήθηκε, τέλος πάντων εμφανίστηκε εδώ πέρα σ’ αυτό το χώρο… και ο οποίος είναι ένας χώρος από τον οποίο δεν θα περίμενε κανείς να προκύψει ένας βιολιστής, ο οποίος θα μπορεί να σταθεί παγκοσμίως για πολλά χρόνια.(…) Η Ελλάδα είναι δυστυχώς μια χώρα που δεν φημίζεται καθόλου για την μουσική της παιδεία. Στην Ελλάδα η μουσική, δυστυχώς, εξαντλείται, στον πολύ κόσμο, σε κάποια… στα λαϊκά, ούτε καν στα δημοτικά».
«Στην Ελλάδα έχει περάσει αυτή η απαράδεκτη, η εγκληματική άποψη ότι εμείς εδώ έχουμε περισσότερη σχέση με την Ανατολή απ’ ό,τι έχουμε με τη Δύση. Αυτό είναι έγκλημα(…) Έχει περάσει αυτή η αντίληψη ότι εμείς εδώ είμαστε περισσότερο Ανατολίτες και δεν έχουμε τόσο σχέση με τον δυτικό πολιτισμό της Ευρώπης, που είναι ό,τι πιο απαράδεκτο μπορεί κανείς να εκφράσει (σ.σ. η εν λόγω... εγκληματική άποψη) και κυρίως ως Έλλην».
«Ο Έλλην θεωρεί ότι είναι πιο κοντά, να το απλά έτσι, σ’ ένα τσιφτετέλι ή σ’ έναν αμανέ τούρκικο παρά στη μουσική του Μπαχ.(…) Όταν σκεφτεί κανείς τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και να προσπαθήσει να τοποθετήσει έναν απ’ αυτούς κοντά ή στον Μπαχ ή στον αμανέ – πού θα πάει πιο κοντά;».
«Θα σας πω γιατί παρουσιάζομαι έτσι μονόπλευρος, απόλυτος. Θεωρώ ότι… όπως μιλάω για την ψυχολογική επίδραση που έχει η μουσική και οι Τέχνες… θεωρώ ότι η ψυχολογική επίδραση που έχει το κείμενο ενός δημοτικού τραγουδιού είναι μία ψυχολογική επίδραση ανάτασης, (ενώ) η ψυχολογική επίδραση που έχει το κείμενο ενός ρεμπέτικου τραγουδιού ή λαϊκού είναι μία ψυχολογική επίδραση απόλυτης παρακμής».  

Η συνέχεια εδώ…

BRENDA BOYKIN & JAN LULEY TRIO

Η Brenda Boykin είναι τραγουδίστρια της μαύρης μουσικής (blues, jazz, soul, funk), ενώ για τον γερμανό πιανίστα Jan Luley είχαμε γράψει παλαιότερα τα εξής: «Ο Luley έχει σπουδάσει τζαζ πιάνο στην Ολλανδία, έχοντας δουλέψει επαγγελματικά σε όλη την Ευρώπη τα τελευταία 30 χρόνια. Είτε σόλο, είτε με την μπάντα του, είτε συνοδεύοντας διαφόρους μουσικούς, ο Jan έχει δώσει εκατοντάδες σώου και κονσέρτα σε ονομαστά φεστιβάλ και φημισμένα κλαμπ, έχοντας εμφανισθεί πολλές φορές στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Δεξιοτεχνία, διασκέδαση και δημιουργικότητα συνυπάρχουν στις παραστάσεις του, που αποτελούνται από swing, blues, boogie-woogie, modern jazz και καραϊβικούς ρυθμούς, άπαντα περασμένα μέσα από ένα νεο-ορλεανικό αίσθημα. Από το 1999 έως το 2009 ο Jan ήταν μέλος της γερμανικής μπάντας The Barrelhouse Jazzband, ενώ το 2013 γιόρτασε τα 30 χρόνια του στη σκηνή».
Τα… 30 το ’13, τα… 33 το ’16 μέσω του See ya Later [Luley Music Records, 2016], ενός πολύ ευχάριστου έως και διασκεδαστικού CD πλημμυρισμένου στις διασκευές.
Με σεμνή, αλλά ουσιαστική μπάντα συνοδείας (ο Luley πιάνο, ένα ρυθμικό τμήμα, μια κιθάρα σε τρία tracks) και με τη γνώση που απαιτείται, όταν καλείσαι να ερμηνεύσεις τραγούδια των Leiber/Stoller, Duke Ellington, Irving Berlin, Hank Williams, Jule Styne κ.ά., η Brenda Boykin αποδεικνύεται όχι απλώς επαρκέστατη, αλλά και απολύτως δημιουργική όταν καλείται να αποδώσει “See you later, alligator” π.χ., ρολάροντας με υποδειγματική άνεση και στη μοναδική δική της σύνθεση, που καταγράφεται στο “See ya Later” – και αναφέρομαι στο κάπως, τι «κάπως» δηλαδή, νεο-ορλεανικό “Have a conversation with your man”.
Απλό, ουσιαστικό και συνεπές άλμπουμ με την jazz-blues παράδοση, το “See ya Later” κρατάει «ζεστή» συντροφιά.
Επαφή: www.luleymusic.de

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

γιατί να ζουν λεύτεροι;


Πλακάτ των ημερών της Απελευθέρωσης. 
Δανεισμένο από το βιβλίο «Τάκης ο Κουκουές, 2/ Γνήσια Ελληνικά Κόμικς (1946-1947)» σε παρουσίαση και επιμέλεια του Νίκου Πλατή [Κολούμπρα, Αθήνα 1979]

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Γιατί διάφορα ελληνικά συγκροτήματα επενδύουν τον τελευταίο καιρό στους ήχους τής americana;

Η “americana” σαν όρος δεν είναι πολύ παλιός –θυμάμαι να διαβάζω γι’ αυτήν στα ξένα περιοδικά περί τα μέσα των nineties– όμως σαν περιεχόμενο είναι παμπάλαιος. Και ακριβώς σ’ αυτήν την «παλαιότητα» στηρίχτηκε η σχετικώς πρόσφατη εμπορική επιτυχία ενός είδους που κρατάει από τις πρώτες απόπειρες του country blues και του λευκού blues της δεκαετίας του ’20, πριν επεκταθεί προς τις Dust Bowl Ballads του Woody Guthrie, το bluegrass των Απαλαχίων (late forties), το rock n’ roll, το country-rock του ’60 και του ’70, το desert rock του ’80, μα και προς ό,τι άλλο σε επίπεδο sub-genre θα μπορούσε να παρεισφρήσει ανάμεσα.
Φυσικά, ο όρος βοήθησε και στο εμπορικό ξεπέταγμα των συγκεκριμένων μουσικών –γι’ αυτό εξάλλου επινοήθηκε– αφού κάτω από την νέα ταμπέλα θα μπορούσε να καταχωριστούν εκατοντάδες καλλιτέχνες και συγκροτήματα, απ’ όλο το διάβα της αμερικάνικης μουσικής ιστορίας.
Έτσι, κάποιος που άκουγε τους Dream Syndicate ας πούμε ή τους Green on Red στα χρόνια του ’80, θα μπορούσε, με λίγη καλή θέληση, ν’ ακούσει τον προπολεμικό θρύλο Jimmie Rodgers (ίσως τον πιο επιδραστικό καλλιτέχνη της country), τους πατεράδες του bluegrass (της… μανιασμένης country) Bill Monroe και Earl Scruggs, ψάχνοντας τις ιστορικές συλλογές του Harry Smith (Anthology of American Folk Music) ή ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο ξεχασμένους δίσκους και συγκροτήματα από τα sixties και τα seventies. Δεν χρειάζεται να πω πως όλη αυτή η μόχλευση υπήρξε υπεύθυνη για μια από τις πιο ωραίες μουσικές φάσεις των τελευταίων 20 χρόνων.
Αυτά στην Αμερική (και αλλαχού). Στην Ελλάδα, όμως, τι γινότανε από παλιά έως πρόσφατα; Είναι ένα θέμα αυτό…
Αρχικά και τελείως χοντρικά θα έλεγα πως τα country ηχοχρώματα, που αποτελούν το Α και το Ω της americana, υπήρξαν για χρόνια αντιδημοφιλή στην Ελλάδα. Η γενικότερη αδιαφορία, η ελλιπής πληροφόρηση, η ανυπαρξία συναυλιών, η προκατάληψη… ότι η country είναι, τάχα, συντηρητική μουσική (δεν υπάρχουν συντηρητικές μουσικές, υπάρχουν τραγούδια που εκφράζουν συντηρητικές απόψεις, και τέτοια τραγούδια μπορεί να συναντήσεις και στο ροκ και στην τζαζ και στην ποπ και οπουδήποτε αλλού)… όλα αυτά μαζί ή χώρια δημιούργησαν, τέλος πάντων, μέσα στα χρόνια, στον τόπο μας, ένα σκηνικό αδιαφορίας ή ακόμη χειρότερα απαξίωσης της country, του τύπου… η μουσική που ακούνε οι βλαχοαμερικάνοι. Απόδειξη τούτου; Στα δισκάδικα, ακόμη και σήμερα, η country music είναι στα παραπεταμένα και βασικά στις «ευκαιρίες», στις ντάνες με τα φτηνά. Ευτυχώς, από μια πλευρά... (...)

DUSTBOWL: The Great Fandango [urban sounds/ Inner Ear, 2016]
Στη σκηνή από το 2006 –άρα έκλεισαν/κλείνουν δεκαετία–, οι Dustbowl είναι ίσως το πιο πιστό, το πιο ταγμένο ελληνικό americana συγκρότημα που μπορείς να συναντήσεις τριγύρω. Λέω «το πιο ταγμένο», επειδή οι αναφορές τού γκρουπ είναι και καταγραμμένες και καταφανείς, ώστε να μην χρειάζεται εμείς να προσθέσουμε κάτι άλλο. Δεν είναι μόνο το γεγονός πως όλα όσα απαιτούνται ακούγονται στις μουσικές τους, είναι γιατί τα λένε και οι ίδιοι. Δεν κρύβονται – και δεν έχουν κανένα λόγο να το κάνουν. Διαβάζουμε λοιπόν… Green On Red, Dream Syndicate, Neil Young & The Crazy Horse, Gram Parsons, The Byrds, Grateful Dead, Townes Van Zandt, The Band, Gene Clark, Long Ryders, Flying Burrito Brothers, Gun Club, Drive By-Truckers, Velvet Underground, Television, the “paisley underground”… Τι πιο σαφές;(…)

Το όλον εδώ…

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

ζούμε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εποχή

Στο BREXIT νίκησε η δημοκρατία. Βεβαίως και στο BREMAIN η δημοκρατία θα νικούσε, αλλά δεν νίκησε… και αυτό έχει σημασία.

Παρόλη τη μανιασμένη εκστρατεία της «παραμονής», με τις απειλές για την κατάρρευση της βρετανικής οικονομίας να πέφτουν σε ρυθμούς… μπόρας – ακόμη και για διακοπή του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος, που τόσο συναρπάζει και ευαισθητοποιεί τους Νησιώτες έγινε λόγος, ενώ αφήνω κατά μέρος τη δολοφονία της βουλετίνας, που ψαλλίδισε αισθητώς τη διαφορά υπέρ του BREXIT, η οποία θα ήταν μεγαλύτερη– ο βρετανικός λαός μίλησε. Και είπε ΟΧΙ στην ψευτοδημοκρατία των Βρυξελών. Στο ανύπαρκτο, επί της ουσίας, ευρωκοινοβούλιο και στα κλειστά κονκλάβια (Σύνοδοι Κορυφής, Eurogroup και τα συναφή), που συμβολίζουν, με τον τρόπο που διεξάγονται, την ανύπαρκτη επικοινωνία ανάμεσα στους λαούς και τις ηγεσίες τους.

Ήταν ένα χτύπημα το BREXIT απέναντι σε όλους εκείνους που κυβερνούν την Γηραιά Ήπειρο, χωρίς ίχνος ουσιαστικής δημοκρατικής νομιμοποίησης. Με όπλο το φόβο, την παραπληροφόρηση, τους εκβιασμούς, τις απειλές, τις ωμές παρεμβάσεις στα εσωτερικά των χωρών (με εγκλήματα εντός και εκτός εισαγωγικών), και βεβαίως με τη διασπορά της ανασφάλειας, της ανυπαρξίας αληθινών ευκαιριών και της φτώχειας, τα βρυξελιώτικα παραμάγαζα –η χειρότερη μορφή ολοκληρωτικής γραφειοκρατίας που έχει γνωρίσει η Δύση στην πρόσφατη ιστορία της– προξενούν το φόβο και τον τρόμο των απλών ανθρώπων, που αντιλαμβάνονται την παρουσία τους μόνον ως μπότα που τους πατάει στο σβέρκο. 

Αυτή την ανύπαρκτη, συναισθηματική ή οιασδήποτε άλλης μορφής, ταύτιση, μεταξύ λαών και ευρωηγεσίας ήρθαν, δυστυχώς, να την εκμεταλλευτούν οι ακροδεξιοί και οι φασίστες – και τούτο επειδή η ευρωπαϊκή Αριστερά αποδείχθηκε κατώτερη των περιστάσεων. 

Από το ’90 και μετά, μετά την πτώση του «υπαρκτού» δηλαδή, η Αριστερά συνθηκολόγησε με τον αριβισμό, την ανηθικότητα και το ψέμα και καθώς αναρριχόταν στην εξουσία μετατρεπόταν σε μπαίγνιο των αγορών, σε μια ξοφλημένη πολιτική πατσαβούρα, η οποία, επί της ουσίας, δεν ήταν παρά... η άλλη όψη τού ίδιου νεοφιλελέ νομίσματος. 

Το είδαμε κι εμείς εδώ με την ξέφρενη, δημαγωγική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από τα κατώγια στα ανώγια, το είδαν και οι Βρετανοί με το Εργατικό Κόμμα και τον έσχατο Jeremy Corbyn να τάσσεται υπέρ του BREMAIN, αφήνοντας το BREXIT να γίνεται «στρατηγικός στόχος» της ακροδεξιάς. 

Και τι δήλωσε αμέσως μετά τα αποτελέσματα, σήμερα δηλαδή, ο «δηθεναριστερός» βρετανός πολιτικός; Πως… «πολλές κοινότητες απηύδησαν με τις περικοπές, απηύδησαν με την οικονομική αποδιάρθρωση και αισθάνονται πολύ θυμωμένες από τον τρόπο που προδόθηκαν και τέθηκαν στο περιθώριο από τις διαδοχικές κυβερνήσεις στις πολύ φτωχές περιοχές της χώρας»

Σοβαρά; Και τι έπραξε ο Corbyn γι’ αυτό; Ποια ήταν η πολιτική θέση του; Το BREMAIN; Ή μήπως η ψευδαίσθηση πως αυτό το έκτρωμα, που λέγεται ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, μπορεί να αλλάξει «από τα μέσα»; 

Η γερμανοποιημένη Ευρώπη, που είναι εκτός των όσων άλλων και μια άλλου τύπου (προτεσταντική) θεοκρατία δεν χαίρει απολύτως καμμιάς λαϊκής επιδοκιμασίας. Πουθενά. Το μόνο που προξενεί είναι απέχθεια και αηδία. Για να το πω απλά; Ο κόσμος βλέπει τη φτώχεια του, την κατάντια του, και σιχτιρίζει. Το λεγόμενο «ταξικό μίσος» δεν ήταν ποτέ τις τελευταίες δεκαετίες εντονότερο.

Έτσι, και στην Ελλάδα, και στη Βρετανία, παρά τις απειλές και τους εκβιασμούς, ο λαός δεν μάσησε και είπε ΟΧΙ. Και ΟΧΙ θα ξαναπεί όπου και όποτε διεξαχθεί στο άμεσο μέλλον ένα παρόμοιο δημοψήφισμα. Το θέμα είναι τι νόημα έχει αυτό το ΟΧΙ και, κυρίως, τι μέλλει γενέσθαι από ’δω και κάτω, καθώς πολλοί λένε… «τα χειρότερα»... επειδή το φίδι, όταν απειλείται, γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο. Δυστυχώς, αλλά έτσι είναι.

Το φλέγον ζήτημα είναι πάντως αν θα μπορέσει η Aριστερά στην Ευρώπη να απεκδυθεί τον κομμένο και ραμμένο από τη βρυξελιώτικη γραφειοκρατία ρόλο της (γίνεται;) ή αν θα ξεπεταχτεί και θα πάρει μορφή κάτι άλλο «από τα κάτω», που να μην προσιδιάζει όμως στον φασισμό (που καραδοκεί). 

Έτσι, και μόνον αν το δει κανείς απ’ αυτή την άποψη, ζούμε οπωσδήποτε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εποχή.
 

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ νέο τεύχος αφιερωμένο στο Residu

Για το περιοδικό ή fanzine Τυφλόμυγα έχω γράψει και στο παρελθόν (δείτε εδώ άμα θέτε… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/04/blog-post_10.html). Γενικώς πρόκειται για ένα έντυπο που το παρακολουθώ από κοντά ή από λιγότερο κοντά επειδή την ψάχνει με το «χθες» παρέχοντας στοιχεία και πληροφορίες. Σε σχέση με τι; Συχνά σε σχέση με το underground και το… «underground». Το αμερικανικό κυρίως underground εννοώ, αλλά και το άλλο… εκείνο που συνεκδοχικώς αποκαλούμε «underground» επειδή, απλώς, δεν είναι mainstream. Φυσικά, κάτι που δεν είναι mainstream δεν μπορεί να είναι σώνει και καλά underground. [Για την έννοια του underground, και για το ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του τα έχουμε πει παλαιά (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/07/underground.html) και δεν υπάρχει λόγος, τώρα, εδώ, να ξαναπούμε τα ίδια πράγματα… γιατί τα ίδια θα ξαναπούμε]. Να μείνουμε λοιπόν στην τελευταία Τυφλόμυγα (Μάιος-Ιούνιος 2016)…
Στο παρόν τεύχος κυριαρχεί το αφιέρωμα στο αληθινά underground ελληνικό περιοδικό Residu, που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε στην Αθήνα την άνοιξη του 1965 από τον Daniel Richter και την παρέα του.
Το Residu το έχω αναφέρει μερικές φορές στο δισκορυχείον, ενώ πριν λίγο καιρό (28/1/2016) είχα γράψει περισσότερα στοιχεία γι’ αυτό στο άρθρο τού LiFO.gr «Όταν ο ποιητής Άλεν Γκίνσμπεργκ επισκέφτηκε το Πέραμα», μεταφράζοντας μάλιστα κι ένα ποίημα του Ginsberg, που είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά εκεί (το “Seabattle of Salamis took place off Perama”). Να ένα απόσπασμα από εκείνο το κείμενο:
«Πότε και πού δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το “Seabattle of Salamis took place off Perama”, που είχε γραφτεί βεβαίως στην αγγλική γλώσσα; Στο πρώτο τεύχος του αγγλόφωνου Residu, του μοναδικού για την Ελλάδα των sixties underground περιοδικού, που τύπωσε ο Αμερικανός Daniel Richter στην Αθήνα, την άνοιξη του 1965 (γνωστότερος, ο Richter, από την παρουσία του στην ταινία 2001: A Space Odyssey του Στάνλεϊ Κιούμπρικ). Στο Residu διάβαζες ποιήματα και αφηγήσεις ποιητών και λογοτεχνών του underground που είχαν περάσει, οι περισσότεροι τουλάχιστον, εκείνη την εποχή από την Αθήνα – που ήταν, τότε, ένα ακόμη κέντρο της σχετικής κουλτούρας στην Ευρώπη. Να μερικά ονόματα: ο αμερικανός συγγραφέας και ποιητής Harold Norse, ο σουρεαλιστής «οπτικός» ποιητής, collage maker και άλλα πολλά Charles Henri Ford, ο ποιητής Philip Lamantia, η ποιήτρια και ζωγράφος Kay Johnson, ο ψυχίατρος, ακτιβιστής και συγγραφέας Sheldon Cholst... Ανάμεσά τους δύο Έλληνες, ο Νάνος Βαλαωρίτης και η ποιήτρια Έλλη Συναδινού και, βεβαίως, ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Με το «Residu», όμως, ανοίγουμε άλλη πόρτα...»
To όλον εδώ... http://www.lifo.gr/articles/athens_articles/87377.
Γράφοντας εκείνο το... «ανοίγουμε άλλη πόρτα…» υπονοούσα πως στο άμεσο μέλλον σκόπευα να αναφερθώ αναλυτικότερα στο συγκεκριμένο περιοδικό, αλλά με πρόλαβε, απ’ ό,τι φαίνεται, η… Τυφλόμυγα. Καλύτερα! Εγώ χαίρομαι, όταν, για τα θέματα που μ’ ενδιαφέρουν, γράφουν οι άλλοι ωραία κείμενα πριν από ’μένα. Δεν μ’ αρέσει να είμαι μόνος. Μ’ αρέσει να είμαστε πολλοί, ή έστω κάποιοι, εκείνοι που ασχολούμαστε με τα συγκεκριμένα ζητήματα, διότι μόνον έτσι θα μπορέσει να αποκρυσταλλωθεί μια κάποια αλήθεια. Με το να συμβάλλουν με τις γνώσεις και τα στοιχεία τους διαφορετικά άτομα προς την ίδια κατεύθυνση.
Κι επειδή, εδώ, μιλάμε για το Residu εγώ να πω πού διάβασα για πρώτη φορά γι’ αυτό το έντυπο. Ήταν στο συλλογικό βιβλίο Το Φάντασμα μιας Δεκαετίας [Δελφίνι, Αθήνα 1994], το οποίο είχα αγοράσει τη βδομάδα που είχε βγεί. Πιο συγκεκριμένα ήταν μια σημείωση στο κεφάλαιο «Ροκ και Νεανική Κουλτούρα στη Δεκαετία του ’60» του Κώστα Αρβανίτη στην οποία διαβάζαμε:
«Ο Kenneth Leech στο Youthquake/Spirituality and the Growth of a Counter-Culture, Abacus, London 1976, σελ.94, αναφέρει ότι το βιβλιοπωλείο του Dan Richter στην Αθήνα ήταν το σημείο εστίασης της μεσογειακής beat σκηνής. Ο Daniel Richter την άνοιξη του ’65 εξέδωσε στην Αθήνα ένα τουλάχιστον τεύχος του περιοδικού/βιβλίου Residu στην αγγλική γλώσσα, με ποιήματα ή κείμενα των Harold Norse, Allen Ginsberg, Philip Lamantia και Νάνου Βαλαωρίτη μεταξύ άλλων».
Από τότε «κράτησα» το Residu στο μυαλό μου και όπως αντιλαμβάνεστε δεν υπήρχε περίπτωση να μην το μαζέψω, όταν το βρήκα παραπεταμένο, ως συνήθως, λίγα χρόνια αργότερα στο Μοναστηράκι.
Το αφιέρωμα της Τυφλόμυγας στο Residu περιλαμβάνει άρθρα, συνεντεύξεις, ποιήματα, λογοτεχνήματα κ.λπ. αναφορικώς με τους Marie Wilson, Ron Zimardi, George Andrews, Σπύρο Μεϊμάρη, Allen Ginsberg, Daniel Richter, Philip Lamantia και Charles Henri Ford, που αποτελούσαν (όλοι αυτοί, και κάποιοι ακόμη) το βασικό προσωπικό του περιοδικού. (Το Residu είχε κυκλοφορήσει μόλις δύο τεύχη, αλλά το πρώτο μόνον από ’κείνα είχε βγει στην Αθήνα. Το δεύτερο είχε τυπωθεί στο Λονδίνο και σ’ αυτό, το δεύτερο, συμμετείχε και ο ποιητής Σπύρος Μεϊμάρης).
Το πολύ χαρακτηριστικό κείμενο του Ravi Dass ή Ron Zimardi υπό τον τίτλο «ή μια ιστορία του Residu», που σχετίζεται με την underground Αθήνα του ’65 και που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του The Sacred Wanderer/ An American Devotees Story [Sacred Wanderer Productions, Kihei (Hawaii) 2010] είναι άκρως διαφωτιστικό των ημερών τού Residu, όπως ενδιαφέρον έχει η συνέντευξη του Σπύρου Μεϊμάρη, καθώς και όλα τα (σχετικά) υπόλοιπα.
Η Τυφλόμυγα δεν έχει μόνο Residu στις σελίδες της, έχει κι άλλα θέματα, όπως εξάλλου βλέπετε και από το σκαναρισμένο εξώφυλλο… Κοστίζει δε τρία ευρώ.
Επαφή: Αραχώβης 14-16, tflmg@yahoo.gr